![]() |
ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ 1η σελίδα |
Διάλεξη του
Κ.Δ.ΣΩΤΗΡΙΟΥ
Η διάλεξη
έγινε στις 13 Απρίλη 1965
Η ομιλία
δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΑΤΤΙΚΗ ηχώ»
τον Μάϊο και τον Ιούνιο του 1965
Στο περιοδικό
«Έρευνα» 1965
Στην
«Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» Εκδόσεις :Προοδευτική Παιδεία Αθήνα 1966
Εδώ
δημοσιεύεται το χειρόγραφο κείμενο
Ζωηρή συζήτηση άναψε πάλι στη Βουλή και
στον τύπο για την Παιδεία. Στόχος η Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που άρχισε να
εφαρμόζει από τη φετεινή χρονιά η Κυβέρνηση Παπανδρέου.
Τρείς γλωσσοεκπαιδευτικές παρατάξεις
εξακολουθούν να αντιπαλαίουν ακόμη και σήμερα, η αντιδραστική φεουδαρχική
παράταξη, η συμβιβαστική, και η ριζοσπαστικά προοδευτική. Και οι τρείς αυτές
γλωσσοεκπαιδευτικές παρατάξεις θέλουνε να μορφώσουνε το Έθνος, η καθεμιά βέβαια
σύμφωνα με την εκπαιδευτική πολιτική της κοινωνικής τάξης, που εκπροσωπεί.
Και οι πιο αντιδραστικοί, που ως τώρα
τελευταία αντιδρούσαν και κατόρθωναν να ματαιώνουνε κάθε προσπάθεια για
εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, άρχισαν να καταλαβαίνουνε, πως οικονομική
ανασυγκρότηση και ανάπτυξη δεν μπορεί να γίνει στη χώρα μας, χωρίς να
αναδιοργανωθεί η Παιδεία και ιδιαίτερα η τεχνική και επαγγελματική Εκπαίδευση[1].
Βάση όμως για κάθε μεταρρύθμιση της
Παιδείας, τονίζουν οι οπαδοί της αντιδραστικής γλωσσοεκπαιδευτικής παράταξης,
πρέπει να εξακολουθήσει να είναι η «ανθρωπιστική
παράδοση»[2]. Ποια
είναι όμως αυτή η «ανθρωπιστική παράδοση»; Και ποια είναι η σχέση της με την
«ανθρωπιστική Παιδεία»; «Ανθρωπιστική παράδοση» δεν είναι παρά μεταμφιεσμένη –
και παραπλανητική με το καινούργιο της όνομα – η βυζαντινοεκκλησιαστική
παράδοση[3]
και γι αυτό διαφέρει ριζικά από τη γνήσια
ανθρωπιστική Παιδεία. Τη ριζική αναμεταξύ τους διαφορά θα προσπαθήσω να
παρουσιάσω, όσο μπορώ συντομότερα.
Η
βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση
Η νεοελληνική Παιδεία είναι διαποτισμένη,
από την εποχή της τουρκοκρατίας ως σήμερα ακόμη, από την βυζαντινοεκκλησιαστική
παράδοση. Δύο είναι τα ουσιαστικά στοιχεία, που συνθέτουν τη
βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση. Το φεουδαρχικό θεοκρατικό πνεύμα, και ο αττικισμός.
α!
Το φεουδαρχικό θεοκρατικό πνεύμα: Ο Χριστιανισμός με τα θεόπνευστα δόγματά
του, δημιούργησε δική του κοσμοθεωρία, τη θεολογία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας τη
θεολογία παρουσιάζουνε για πραγματική πηγή για κάθε αληθινή γνώση. Βασίζεται,
τονίζουνε, στην αλάθητη και θεόπνευστη Αγία Γραφή.
Το Ιερατείο καταδίκαζε κάθε θεωρία, κάθε
διδασκαλία, που απομακρυνόταν και αντιστρατευόταν τα δόγματα. Τη θεωρούσε
αιρετική και ανατρεπτική. Άχρηστη, βλαβερή και επικίνδυνη θεωρούσε και την
επιστημονική έρευνα, (πίστευε και μη ερεύνα) και ανατρεπτική και την επιστήμη.
Η φιλοσοφία και η επιστήμη δεν έπρεπε να έχουνε δική τους, ανεξάρτητη, ύπαρξη.
Μοναδικός προορισμός τους να υπηρετούνε τη Θεολογία.
Έτσι η ελευθερία στη σκέψη δεσμεύτηκε, η
έρευνα εμποδίστηκε, μπήκε φραγμός στην επιστήμη και την πρόοδο και καθιερώθηκε
η πίστη στα δόγματα. Άμεση συνέπεια να επικαθήσει στην πνευματική ζωή και
φυσικά και στην Παιδεία το απολυταρχικό, θεοκρατικό, αντιπροοδευτικό πνεύμα,
και να μένει ο λαός βυθισμένος στο πνευματικό σκοτάδι.
Παράλληλα με το κήρυγμα για τη «βασιλεία
των ουρανών» για τη μεταθανάτια ζωή και την περιφρόνηση στην επίγεια ζωή,
προβλήθηκε στο λαό το ασκητικό ιδανικό και θεμελιώθηκε η αδιαμαρτύρητη υπακοή
στο Ιερατείο και το μονάρχη. Έτσι όταν ο Χριστιανισμός αναγνωρίστηκε επίσημη
Θρησκεία, το Ιερατείο και το Παλάτι έγιναν, όπως γράφει ο ιστορικός Γιάννης
Κορδάτος «το κέντρο της θεοκρατικής μοναρχίας».
β!
Ο αττικισμός. Ο βυζαντινός είναι διαποτισμένος και από την αρχαία και
προπάντων την ελληνιστική παράδοση. Από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς
αντλούν ορισμένοι Πατέρες της Εκκλησίας φιλοσοφικά στηρίγματα για τη Θεολογία.
Κυριαρχεί όμως ο αττικισμός. Ο αττικισμός είναι «ανασταλτικό,
αντιπροοδευτικό φαινόμενο». Δεν αξιοποιεί τα γόνιμα στοιχεία του αρχαίου
ελληνικού πολιτισμού. Είναι στείρος. Δε δημιουργεί καινούργιες ιδέες. Φράζει το
δρόμο στην πρόοδο. Περιορίζεται στην παθητική μίμηση και το ρομαντικό θαυμασμό.
Κύρια γνωρίσματα του αττικισμού, η αττικίζουσα γλώσσα και ο ψευτοκλασικισμός.
Στο Βυζάντιο η κυρίαρχη τάξη περιφρονούσε
τη ζωντανή γλώσσα του λαού. τη θεωρούσε χυδαία, όπως χυδαίο θεωρούσε και το
λαό. Επίσημη γλώσσα υψώνεται η αττικίζουσα, και το πνευματικό σκοτάδι γίνεται
για το λαό πυκνότερο.
Έτσι διαμορφώθηκε η
βυζαντινοεκκλησιαστική, η λογία όπως ονομάστηκε, παράδοση, αληθινός βραχνάς για
τη νεοελληνική Παιδεία, ως σήμερα ακόμη.