Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

ΠΑΙΔΕΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ Από την άλωση της Πόλης ως σήμερα (1964) - Γ' Μέρος (1889-1912)

ΠΑΙΔΕΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
Από την  άλωση της Πόλης ως σήμερα (1964)*


Μελέτη του Κ.Δ .Σωτηρίου που δημοσιεύτηκε
 στο «Νεοελληνικό Λεξικό» Ελευθερουδάκη
Εδώ δημοσιεύεται το χειρόγραφο κείμενο
*Η μελέτη είναι αρκετά μεγάλη  και γι αυτό θα ολοκληρωθεί ε τέσσερεις συνεχόμενες αναρτήσεις.
Α’ Μέρος –Από την άλωση της Πόλης μέχρι τον Όθωνα-http://arxeiokdsotiriou.blogspot.gr/2015/03/1964.html
Β’ Μέρος – «1832 -1889»-http://arxeiokdsotiriou.blogspot.gr/2015/03/1964_1.html
Γ’ Μέρος – «1889-1912»-
Δ’ Μέρος – «1912-μέχρι σήμερα (1964)»
                                   
                                                          
Γ’ Μέρος

Δεύτερη περίοδος (1889-1912)

ΝΕΟΕΕΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ Γ' Μέρος
Λήψη pdf: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ Γ' Μέρος (1889-1912)
α! Ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη του Δημοτικισμού. Στην περίοδο τούτη η προοδευτική γλωσσοεκπαιδευτική παράταξη προχωρεί ραγδαία. Παίρνει τώρα το κίνημά της το όνομα «Δημοτικισμός».
Το Έθνος, όπως είδαμε[1], βρίσκεται σε τρομαχτική καθυστέρηση. Η κατάσταση με τη βαθειά οικονομική κρίση γεννάει μεγάλη ανησυχία. Η «Μεγάλη Ιδέα» έχει καταντήσει τυχοδιωχτισμός με το δίσκο της επαιτείας στο χέρι. Οι γειτονικοί βαλκανικοί λαοί ανασυγκροτούνται και η ανησυχία κορυφώνεται έπειτα από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.
Μέσα σ’ αυτή την πολιτική και εθνικιστική ανησυχία ακούεται το γλωσσικό κήρυγμα του Γιάννη Ψυχάρη με το πολύκροτο βιβλίο του «το Ταξίδι». Με το σάλπισμα του Ψυχάρη ο γλωσσικός αγώνας φουντώνει και η επίθεση εναντίον στην αρχαιοπληξία και το σχολαστικισμό δυναμώνει. Όλοι οι νέοι λογοτέχνες και πρώτος ανάμεσά τους ο μεγάλος μας ποιητής Παλαμάς, και όλοι οι προοδευτικοί που θέλουν να μορφωθεί το Έθνος τρέχουνε κάτω από τη σημαία του δημοτικισμού.
Ο «δημοτικισμός» ρίχνει βαθιές ρίζες. Η ανάπτυξή του και ποσοτική και ποιοτική. Οι οπαδοί του πληθαίνουν. Η αχτινοβολία του απλώνεται στην Αθήνα, στον Πειραιά, στην Κρήτη, στην Πόλη, στη Σμύρνη, σ’ όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα και στις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Γιατροί, δικηγόροι, δασκάλοι, λογοτέχνες και τόσοι άλλοι παλαίουν στις επάλξεις του δημοτικισμού, για την προοδευτική αστική γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Μα η πρόοδος του δημοτικισμού στην περίοδο τούτη είναι και ποιοτική. Η δημοτική γλώσσα καταχτάει οριστικά στα είκοσι αυτά χρόνια την ποίηση, το θέατρο, το διήγημα, μ’ άλλα λόγια τη λογοτεχνία.
Ο Εμ. Ροΐδης με το γνωστό του έργο «Τα Είδωλα» κουρελιάζει τους αρχαϊστές. Ο Αλεξ. Πάλλης, διευθυντής στον εμπορικό οίκο των αδελφών Ράλλη στο Λονδίνο, μεταφράζει την «Ιλιάδα» του Ομήρου στη γλώσσα λαού, στη δημοτική. Η ρωμαλέα λογοτεχνική μετάφρασή του, δίπλα στη μετάφραση της «Οδύσσειας» από τον Ιακ. Πολυλά και σε τόσες άλλες κατοπινές λογοτεχνικές μεταφράσεις κλασικών ποιητών και πεζογράφων, μας δείχνουνε καθαρά πως οι δημοτικιστές θέλουν να κάνουνε χτήμα του Ελληνικού λαού τους κλασικούς συγγραφείς, να τους υψώσουνε δηλαδή σε αξίες δημιουργικές για τη μόρφωσή του.
Γίνεται όμως και ένα ακόμη βήμα για τη μόρφωση του λαού. Η δημοτική γλώσσα εισχωρεί και στην επιστήμη. Οι προοδευτικοί δημοτικιστές δε φοβούνται τις συκοφαντίες, ούτε διστάζουνε μπροστά στις δυσκολίες, που συναντάνε. Και στις μεταφράσεις, και στις μελέτες τους, και στα επιστημονικά άρθρα και στα φιλοσοφικά δοκίμια συνεχίζουνε το έργο των προοδευτικών δασκάλων του Έθνους, και καλλιεργούν και στην επιστήμη με επιμονή και αγάπη τη δημοτική γλώσσα. Ανοίξανε με κόπο το δρόμο, έτσι που σήμερα πολλοί κλάδοι της επιστήμης γράφονται άνετα και ζωντανά στη δημοτική γλώσσα. Η επιστήμη γίνεται κατανοητή από το λαό και με το φως της τον λυτρώνει από τις προλήψεις. Εθνική , αλήθεια, είναι η υπηρεσία τούτη, που προσφέρουν οι δημοτικιστές επιστήμονες.
β! Η γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση παίρνει έντονο εθνικό και εθνικιστικό χρωματισμό. Στην περίοδο τούτη η ανάγκη για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση συνειδητοποιείται βαθύτερα. Και οι τρεις γλωσσοεκπαιδευτικές παρατάξεις – και η φεουδαρχική αντιδραστική, και η συμβιβαστική, και η προοδευτική – θέλουν να μορφώσουνε το Έθνος, η καθεμιά όμως σύμφωνα με την εκπαιδευτική πολιτική της κοινωνικής μερίδας που εκπροσωπεί[2].
Οι αρχαϊστές – κύριοι εκπρόσωποί τους οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Κ. Κόντος, Νεοκλής Καζάζης, Γ. Μιστριώτης, Γ. Χατζηδάκης και άλλοι – θέλουνε κι αυτοί να μορφωθεί το Έθνος, για να μπορέσει να επικρατήσει η ελληνική φυλή στα Βαλκάνια, κηρύχνουν όμως, πως  μόνο με την αρχαΐζουσα και τη συνταχτική και γραμματική νεκροτομία των αρχαίων Ελλήνων και λατίνων κλασικών, θα μορφωθεί πραγματικά το Έθνος.
Ρίχνουνε τότε το σύνθημα για τη γλωσσική αφομοίωση στη Μακεδονία. Υποστηρίζουνε, πως η γλωσσική αφομοίωση μόνο με την αρχαϊκή γλώσσα, την υπερκαθαρεύουσα μπορεί  και πρέπει να γίνει. Κύριο επιχείρημά τους: η αρχαϊκή γλώσσα είναι ο συνδετικός δεσμός του Ελληνικού Γένους. Και κατηγορούνε τους δημοτικιστές – τους «μαλλιαρούς» όπως τους βαφτίσανε – προδότες και πράχτορες των Σλάβων, γιατί με τη «χυδαία» γλώσσα σπάνε το δεσμό προς το «ένδοξον παρελθόν» και διαλύουνε την εθνική ενότητα. Ο καθηγητής Μιστριώτης σε μια κρίση του στο Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό γράφει[3]: «η (αρχαϊζουσα γλώσσα είναι της εθνικής υπάρξεως το απόρθητον φρούριον….είναι το αμυντήριον κατά των ξένων επιδρομών…. Δεν υπάρχει εχθρός ολεθριώτερος του ημετέρου Γένους, όσον οι χυδαϊσταί, οίτινες εβουλήθησαν, όπως απαοσπάσωσι χώρας, οις το ημέτερον Γένος οικεί χιλιετηρίδας» (δηλαδή τη Μακεδονία)[4].
Η δεύτερη – η συμβιβαστική – γλωσσοεκπαιδευτική παράταξη, εκφράζει, όπως είδαμε, τη συμβιβαστική γλωσσοεκπαιδευτική πολιτική της πλειοψηφίας της αστικής τάξης. Θέλει και η παράταξη τούτη να μορφωθεί το Έθνος, για να βγει από την αμάθεια, και αγωνίζεται για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Δεν δέχεται την αρχαϊζουσα γλώσσα, χτυπάει τον ψευτοκλασικισμό και προτείνει συμβιβαστική λύση: την απλοποιημένη καθαρεύουσα και κάποιο συγχρονισμό στο πρόγραμμα της παιδείας. Κύριοι εκπρόσωποί της οι καθηγητές του Πανεπιστημίου Βερναρδάκης, Ν. Πολίτης, Σπ. Λάμπρος, Χρ. Τσούντας και άλλοι.
Οι οπαδοί της τρίτης, της προοδευτικής αστικής γλωσσοεκπαιδευτικής παράταξης, οι δημοτικιστές, συνεχίζουν με θάρρος και επιμονή τον αγώνα για την προοδευτική αστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Ζητούσαν να καθιερωθεί στην εκπαίδευση η λαϊκή γλώσσα – η δημοτική – να λυτρωθεί η παιδεία από τη βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση, να φωτιστεί ο λαός με το φως της επιστήμης, και να μορφωθεί πολύπλευρα και να εξοπλιστεί για το δημιουργικό της έργο η νέα γενιά. Μόνον τότε θα προκόψει το Έθνος, και η ελληνική φυλή θα επικρατήσει στα βαλκάνια. Αποκρούουν με αγανάχτηση τη συκοφαντία, που εκτοξεύουν εναντίον τους οι αρχαϊστές και αποδείχνουν με γλωσσολογικά και παιδαγωγικά επιχειρήματα, πως η γλωσσική αφομοίωση στη Μακεδονία μόνο με τη λαϊκή γλώσσα, τη δημοτική, μπορεί να γίνει, και όχι με τη νεκρή αρχαϊζουσα. «Το μεγάλο όπλο του Έθνους στη Μακεδονία είναι το σχολείο» γράφει η Εταιρία «Εθνική γλώσσα», «και το σχολείο θα ήταν φοβερό στους εχθρούς αν τα Ελληνόπουλα της Μακεδονίας μάθαιναν τη μητρική γλώσσα».
Διαπιστώνουμε λοιπόν άλλη μια φορά, πως η προοδευτική αστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, συνυφασμένη πάντα με το γλωσσικό αγώνα για τη δημοτική, παίρνει ακόμη πιο έντονο Εθνικό χρωματισμό, και όπως θα ιδούμε, θα παίρνει στη βασανιστική πορεία της, ως σήμερα χρωματισμό αντίστοιχο με την πολιτική και κοινωνική κατάσταση.
γ! Ταραχές και συγκρούσεις. Οι αρχαϊστές για να σταματήσουνε το δημοτικισμό, και οι φεουδαρχικοί «παλαιοκομματικοί» για να υποσκάψουνε την πρόοδο, χρησιμοποιούν αδίσταχτα τη συκοφαντία και το συνειδητό ψέμα, εκμεταλλεύονται τον πατριωτισμό της φοιτητικής νεολαίας, φανατίζουνε το λαό και προκαλούνε ταραχές και συγκρούσεις. Τέσσερεις οχλοκρατικές ταραχές σκηνοθετήσανε μέσα σε δέκα χρόνια (1901-1911).
Πρώτη τα «Ευαγγελικά». Το πρωτοπαλήκαρο του δημοτικισμού ο Αλεξ. Πάλλης μετάφρασε στα 1901 την Καινή Διαθήκη στη δημοτική γλώσσα. Σκοπός του, να τονώσει το θρησκευτικό συναίστημα στον ελληνικό λαό, και να εμπεδώσει την πίστη του στη χριστιανική θρησκεία. Για τον ίδιο σκοπό και η βασίλισσα Όλγα, και με έγκριση του Μητροπολίτη, ανάθεσε να μεταφράσουνε το Ευαγγέλιο στην απλή καθαρεύουσα. Η αντίδραση σιγόβραζε για τις δυό αυτές «ανίερες» όπως τις χαραχτηρίσανε, μεταφράσεις. Και όταν η εφημερίδα «Ακρόπολις» άρχισε να δημοσιεύει τη «μαλλιαρή» μετάφραση του Πάλλη, ξέσπασε ασυγκράτητη. Θεολόγοι, ιερωμένοι, γλωσσαμύντορες ξεσπαθώσανε. Κατηγορούσανε τους «μαλλιαρούς» (δημοτικιστές) πως είναι άθεοι, μασώνοι, πουλημένοι πράχτορες των Σλάβων, και πως συνομωτήσανε με τη σλάβα βασίλισσα Όλγα και βαλθήκανε να υπονομεύσουνε τη θρησκεία και να βεβηλώσουνε τα ιερά και όσια. Λαϊκός αναβρασμός, οχλοκρατία, φοιτητικές μαχητικές διαδηλώσεις το Νοέμβρη του 1901. Συγκρούσεις, αιματοχυσία

Τις οχλοκρατικές αυτές ταραχές, γνωστές με το όνομα «Ευαγγελικά» τις υπόθαλψε και τις εκμεταλλεύτηκε η φεουδαρχική ολιγαρχία έπειτα από τον τυχοδιωχτικό πόλεμο του 1877.
Δυό χρόνια αργότερα – το 1903 – καινούργιες ταραχές και συγκρούσεις, τα «Ορεστειακά». Οι αρχαϊστές είχανε πιστέψει, πως ο δημοτικισμός είχε συντριβεί μα τα «Ευαγγελικά». Δε βλέπανε, ούτε θέλησαν να καταλάβουνε, πως ο δημοτικισμός ήτανε ζωντανό, ανανεωτικό πνευματικό αστικό κίνημα με βαθιές τις ρίζες του και με οδηγητή την πνευματική πρωτοπορεία της αστικής τάξης. Και όταν είδανε, πως ο δροσερός και ζωογόνος αέρας του δημοτικισμού φύσηξε ορμητικός και στα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, και πως ο καθηγητής Σωτηριάδης μετάφρασε στη ζωντανή δημοτική γλώσσα την «Ορέστεια» του Αισχύλου, και το βασιλικό θέατρο ήταν έτοιμο να την ανεβάσει στη σκηνή – ενώ ο γλωσσαμύντορας καθηγητής Μιστριώτης αγωνιζότανε και ίδρωνε να παίζονται τα αρχαία δράματα στο πρωτότυπο – αναταράχτηκαν, μάνιασαν και οργανώνουνε νέες ταραχές. Η συκοφαντία οργιάζει. Οι παραπλανημένοι φοιτητές ξεσηκώνονται. Νέες διαδηλώσεις, νέες μεσαιωνικές βαρβαρότητες, νέες συγκρούσεις. Και ο απολογισμός τρεις νεκροί και εφτά τραυματίες.
Ύστερα από 6 χρόνια η αντίδραση αποκορυφώνει την επίθεσή της μα τα «Αθεϊκά» του Βόλου. Αρχηγός στην επίθεση ο Μητροπολίτης Βόλου Γερμανός. Όπλο η συκοφαντία. Θύμα ο παιδαγωγός Δελμούζος.
Στα 1908 ιδρύεται στο Βόλο από το Δήμο το «Ανώτερο Παρθεναγωγείο» για τα κορίτσια της αστικής τάξης. Διευθυντής ορίζεται ο παιδαγωγός Αλέκος Δελμούζος. Μόλις είχε γυρίσει από τη Γερμανία, όπου σπούδαζε παιδαγωγικά, επηρεασμένος από τη γερμανική σοσιαλιστική κίνηση. Έκανε μάλιστα και μερικές διαλέξεις στο νεοϊδρυμένο Εργατικό κέντρο του Βόλου, για το Χριστό, για τον εθνικό μας ποιητή Σολωμό και για το σοσιαλισμό, «με πνεύμα», όπως γράφει ο Γιάννης Κορδάτος «χριστιανοσοσιαλιστικό». Ο Δελμούζος πίστευε, πως ήτανε προορισμένος να παίξει το ρόλο του εκπαιδευτικού αναμορφωτή.
Στο «Ανώτερο Παρθεναγωγείο» χτύπησε το στείρο σχολαστικισμό δίδασκε τους κλασικούς μεταφρασμένους στη δημοτική, καθιέρωσε στη διδασκαλία τη δημοτική γλώσσα, κατάρτισε καινούργιο προοδευτικό για τότε πρόγραμμα και εφάρμοσε συγχρονισμένες παιδαγωγικές μέθοδες.
Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει η αντίδραση για τις προοδευτικές αυτές παιδαγωγικές καινοτομίες και να παρασύρει και κάμποσους εκπαιδευτικούς τελματωμένους μέσα στη γραμματική της αρχαίας και τη βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση. Η συκοφαντία οργίαζε. Δημοσιογράφοι, εκπαιδευτικοί και άλλοι «ευϋπόληπτοι» πολίτες με αρχηγό το Μητροπολίτη Γερμανό κατηγορούσανε το Δελμούζο και βεβαιώνανε, πως ήταν μασώνος, άθεος, αναρχικός, πουλημένος κι αυτός στους Σλάβους, διαφθορέας της νεολαίας. Η αλήθεια είναι, πως ο Δελμούζος, δεν ήταν ούτε άθεος, ούτε σοσιαλιστής. Ήτανε την εποχή εκείνη – αργότερα απογοήτεψε τους φίλους και θαυμαστές του γιατί τράβηξε όλο δεξιά – ένας προοδευτικός αστός επιστήμονας και νεωτεριστής δημοτικιστής παιδαγωγός με πίστη στην εκπαιδευτική του αποστολή.
Η αστική και μικροαστική κοινωνία του Βόλου αναστατώθηκε. Πίστεψε, πως κιντυνεύανε τα ιερά και όσια. Η συκοφαντία με χιλίων λογιών διαδόσεις έριχνε λάδι στη φωτιά. Ο Εισαγγελέας επεμβαίνει. Γίνονται ανακρίσεις. Κατάσχονται βιβλία γραμμένα στη δημοτική και ανάμεσά τους και τα «Άπαντα» του εθνικού μας ποιητή Σολωμού. Το Ανώτερο Παρθεναγωγείο έκλεισε. Η δίκη άργησε. Έγινε το 1914 μέσα σε ευνοϊκές συνθήκες και έτσι ο Δελμούζος αθωώθηκε.
δ! Έπειτα από κάθε χτύπημα ο δημοτικισμός βγαίνει δυναμωμένος. Μέσα στα δέκα χρόνια από το 1900 ως το 1911, οι οπαδοί του πληθαίνουν σε όλα τα μεγάλα κέντρα. Με ενθουσιασμό και πίστη αντιπαλαίουν. Κερδίζουν έδαφος στο γραφτό λόγο, σ’ όλα τα είδη του.
Στα 1904 ιδρύεται στην Αθήνα η Εταιρία «Εθνική Γλώσσα». Σε μια προκήρυξή της προς τον ελληνικό λαό, γραμμένη από το λογοτέχνη Ζαχ. Παπαντωνίου τονίζει, πως για να γιατρευτεί η σημερινή κατάσταση πρέπει να καθιερωθεί επίσημα η εθνική γλώσσα, η δημοτική. «Η ρίζα της αρρώστειας βρίσκεται στην Εκπαίδευση. Η ζωή πνίγεται από την καθαρεύουσα. Η διγλωσσία βασανίζει το Έθνος».
Στην Πόλη, παρ’ όλη την εχθρική στάση του Πατριάρχη Ιωακείμ, ιδρύθηκε το «Αδελφάτο». Πρόγραμμά του: Να βοηθήσει να μορφωθεί ο λαός για να λυτρωθεί από το σκοταδισμό και να προκόψει. Πρωτοπόροι αγωνιστές στις επάλξεις της προοδευτικής γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης στην Πόλη είναι ανάμεσα στους άλλους ο καθηγητής της φιλοσοφίας Χαραλ. Θεοδωρίδης, ο δάσκαλος γλωσσολόγος Μ. Φιλήντας, ο καθηγητής Γ. Σταματιάδης, γνωστός με το ψευδώνυμο Ελισσαίος Γιαννίδης, ο ποιητής Απ. Μελαχρινός και ο γιατρός Φωτιάδης.
Στην Κρήτη, στα Χανιά και λίγο αργότερα στο Ηράκλειο ιδρύθηκε στα 1909 ο «Σύλλογος για την Εθνική Γλώσσα «Σολωμός»». Εκεί στο Ηράκλειο της Κρήτης πρωτοεμφανίζονται θαρραλέοι δημοτικιστές ο ποιητής Νίκος Καζαντζάκης και η ποιήτρια Γαλάτεια Καζαντζάκη (Πετρούλα Ψηλορείτη).
Την ίδια εποχή απλώνεται ο δημοτικισμός και στην Σμύρνη. Πρωτοστατεί ο μεγάλος του Έθνους δάσκαλος Δημήτρης Γληνός, καθηγητής τότε νεότατος στο Ελληνογερμανικό Λύκειο.
Λίγο αργότερα παρουσιάζεται και στην Αίγυπτο, στις ελληνικές παροικίες, σημαντική δημοτικιστική κίνηση. Τρία περιοδικά βγήκανε στη δημοτική γλώσσα: το «Στράτειον» η «Νέα Ζωή» και τα «Γράμματα».
Στην Αθήνα καινούργια περιοδικά εκδίδονται : η «Τέχνη» του Χατζόπουλου (19 ) το «Περιοδικό» του Βώκου (19  ), τα «Προπύλαια» του Γιάννη Βλαχογιάννη (19  ) και ο «Νουμάς» του Π. Ταγκόπουλου. Όλα υψώνουνε τη σημαία του δημοτικισμού. Ο «Νουμάς» γίνεται το επίσημο όργανο του δημοτικισμού. Θα μείνει  φωτεινός σταθμός στο γλωσσοεκπαιδευτικό αγώνα.
Από τις καθημερινές εφημερίδες η προοδευτική τότε «Ακρόπολις» του Βλ. Γαβριηλίδη, κρατάει σταθερά τη σημαία της γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Καυτηριάζει το στείρο σχολαστικισμό. «Οι λόγιοι, γράφει, αττικίζουν και ο λαός εγκληματεί. Οι ιεροκήρυκες χρυσοστομίζουν και ο λαός βλασφημεί».
Στο δημοτικισμό στρατεύονται και αρκετοί πολιτευόμενοι και ανάμεσά τους και ο έπειτα πρωθυπουργοί Ελ. Βενιζέλος, Αλ. Παπαναστάσης, Γ. Καφαντάρης και ο σημερινός Πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου.
Ο δημοτικισμός δεν άργησε να απλώσει τις ρίζες του και στο κάστρο του πνευματικού φεουδαρχισμού, στο Πανεπιστήμιο. Στα 1910 ιδρύθηκε η «Φοιτητική Συντροφιά» πρωτοπόρα στο γλωσσοεκπαιδευτικό αγώνα. Λιγοστοί στην αρχή, και ολοένα περισσότεροι φοιτητές, που διψάνε για μόρφωση και πονάνε για το κατάντημα του τόπου, αγαναχτούν για το ψευτοκλασικό μεσαιωνικό πνεύμα, που έχει επικαθήσει στο Πανεπιστήμιο και τάσσονται στο στρατόπεδο του δημοτικισμού. Βασικός σκοπός της «Φοιτητικής Συντροφιάς»: Να συνειδητοποιήσει στους φοιτητές την κοινωνική τους αποστολή για την μόρφωση του λαού με το φως της επιστήμης. Στην προκήρυξή της τονίζει: «Το ζήτημα το γλωσσικό δεν είναι μονάχα ζήτημα φιλολογικό και επιστημονικό. Είναι ζήτημα εκπαιδευτικό κοινωνικό, εθνικό».
Η σημαία της προοδευτικής αστικής γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης κυματίζει περήφανα. Γενικό το αίτημα. Όλοι καταλαβαίνουνε, μας λέει ο Γληνός, πως καμιά ανόρθωση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να μεταρρυθμιστεί και να συγχρονιστεί η εκπαίδευση[5]. Τα βιβλία «Γλώσσα και ζωή» του Ελισσαίου Γιαννίδη, και «Το γλωσσικό ζήτημα και η εκπαιδευτική μας αναγέννηση» του γιατρού Φωτιάδη, διαβάζονται με βαθύ ενδιαφέρο, και οπλίζουνε τους δημοτικιστές τα χρόνια εκείνα με ακλόνητα επιστημονικά επιχειρήματα.
ε! Επίσημη γλώσσα η υπερκαθαρεύουσα. Η ραγδαία πρόοδος του δημοτικισμού, παρ’ όλα τα χτυπήματα και τον κατατρεγμό, κορυφώνει τη ανησυχία στους αρχαϊστές. Βλέπουνε τώρα να απειλείται με τη «Φοιτητική Συντροφιά» και το απόρθητο ως την εποχή εκείνη προπύργιό τους, το πανεπιστήμιο. Με πατριδοκαπηλικά συνθήματα, με τη συκοφαντία και με χυδαία ψέματα[6] φανατίζουνε τη φοιτητική νεολαία και σκηνοθετούνε για τέταρτη φορά μέσα σε μια δεκαετία – στα 1911 – νέες οχλοκρατικές ταραχές. Ζητούσανε να ψηφιστεί από την  Αναθεωρητική Βουλή ειδικό άρθρο στο Σύνταγμα και να καθιερωθεί με το ειδικό αυτό άρθρο επίσημη γλώσσα η «υπερκαθαρεύουσα». Μεγάλος αναβρασμός, μικροσυγκρούσεις. Η Αθήνα στρατοκρατείται. Πρωτοστατούν και πάλι οι παρασυρμένοι φοιτητές[7].
Με τις οχλοκρατικές αυτές ταραχές πετύχανε να καθιερωθεί με ειδικό άρθρο στο Σύνταγμα επίσημη γλώσσα η υπερκαθαρεύουσα. Ισχύει ακόμη και σήμερα. Ο πανίσχυρος τότε πρωθυπουργός ο δημοτικιστής Ελευθέριος Βενιζέλος υποχώρησε. Η αστική τάξη, που με το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί είχε πάρει την εξουσία στα χέρια της αρνήθηκε τον εαυτό της, λησμόνησε την προοδευτική αλλαγή, που είχε υποσχεθεί στο λαό, και δεν τόλμησε να δώσει τη σωστή λύση στο γλωσσικό ζήτημα, και να καθιερώσει επίσημη γλώσσα τη δημοτική, τη γλώσσα του λαού, όπως έκανε η αστική τάξη σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης.
Το ειδικό άρθρο για την υπερκαθαρεύουσα στο Σύνταγμα, επιβεβαιώνει ακόμη μια φορά τις αντιθέσεις μέσα στην Ελληνική αστική τάξη, και την αντιφατική της πορεία. Ενώ με το κίνημα στο Γουδί πήρε την εξουσία στα χέρια της, δεν προχωρεί με συνέπεια στον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό. Είναι δισταχτική και συμβιβάζεται άλλη μια φορά σε πολλά σημεία με τα φεουδαρχικά στοιχεία. Δε λύνει το γλωσσικό ζήτημα και ο λαός εξακολουθεί ως σήμερα να βασανίζεται με τη διγλωσσία. Και ενώ θέλει να μορφώσει το λαό, είναι πολύ δισταχτική για μια προοδευτική αστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Έτσι εξακολουθεί ως σήμερα να κυριαρχεί στην παιδεία η βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση και ο σκοταδισμός.
Μα και οι αρχαϊστές δε χαρήκανε τη νίκη τους. Με τη συμβιβαστική λύση, που υιοθέτησε η αστική μας τάξη στο γλωσσικό ζήτημα, η «επίσημη» υπερκαθαρεύουσα, περιορίστηκε στη νομοθεσία, στα Διατάγματα και στις δημόσιες πράξεις, και κέρδιζε έδαφος η απλοποιημένη καθαρεύουσα. Αυτή στο τέλος υπερίσχυσε και εκτοπίζει την αρχαϊκή, την υπερκαθαρεύουσα. Αντιφατική λοιπόν και η πορεία στη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Μέσα σ’ αυτέ τις αντιθέσεις διαφοροποιούνται και οι δημοτικιστές και προετοιμάζεται η διάσπασή τους.
στ! Λιγοστά και επιφανειακά τα μέτρα για την παιδεία. Όπως είδαμε, παρ’ όλη την ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη του δημοτικισμού, επικράτησε και στην περίοδο τούτη η αντιδραστική γλωσσοεκπαιδευτική παράταξη και καθοδηγεί την εκπαιδευτική πολιτική του Κράτους. Και ήτανε φυσικό. Γιατί την εξουσία την έχουνε στα χέρια τους η φεουδαρχική ολιγαρχία και η συντηρητική και αντιδραστική μερίδα της αστικής τάξης. Έχει βέβαια συνειδητοποιήσει[8], και η φεουδαρχική γλωσσοεκπαιδευτική παράτααξη την ανάγκη για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, και θέλει να μορφώσει το Έθνος, πιστεύει όμως, το τονίζω ακόμη μια φορά, πως θα μορφωθεί πραγματικά το Έθνος, άμα η παιδία είναι διαποτισμένη με τη θεοκρατική βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση.
Με τα μέτρα που πάρθηκαν, απλώθηκε η παιδεία, ιδρύθηκαν πολλά σχολεία, βελτιώθηκε λίγο πολύ η μέθοδος στη διδασκαλία και γιατρεύτηκαν ορισμένες πληγές. Όμως, παρ’ όλη την πίεση από τα προοδευτικά αστικά στοιχεία, τα μέτρα αυτά και λιγοστά είναι και επιφανειακά και δεν έθιξαν την ουσία. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, πως με τα μέτρα αυτά επικάθησε με μεγαλύτερη άνεση το  μεσαιωνικό θεοκρατικό πνεύμα στην εκπαίδευση. Η παιδεία λοιπόν και στην περίοδο τούτη εξακολουθεί να είναι αντιλαϊκή και αντιπαραγωγική. Ας ρίξουμε μια γοργή ματιά:
1. Στα 1889 ο τότε Υπουργός της Παιδείας Γ. Θεοτόκης, στα 1899 ο Υπουργός Αθαν. Ευταξίας[9]και λίγο αργότερα στα      ο Υπουργός Σπ. Στάης υποβάλανε στη Βουλή σειρά από εκπαιδευτικά νομοσχέδια για τη μεταρρύθμιση της παιδείας. Μα τα νομοσχέδια αυτά δεν ψηφίζονται, με τη γνωστή δικαιολογία, πως δημιουργούσανε δαπάνες και δεν άντεχε ο προϋπολογισμός. Ήσαν λοιπόν στάχτη στα μάτια του λαού.
2. Η ανάγκη να μορφωθεί το Έθνος επιταχτική. Η πίεση μεγάλη. Η κατάσταση της παιδείας θλιβερή. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες κάτι έπρεπε να γίνει για να βελτιωθεί η παραπεταμένη δημοτική εκπαίδευση.
Στα 1895 με Υπουργό της Παιδείας το Δημ. Πετρίδη ψηφίστηκε ο νόμος ΒΤΜΘ’, ο καινούργιος καταστατικός χάρτης της δημοτικής εκπαίδευσης. Δύο είναι ο σπουδαιότερες διατάξεις.
Με την πρώτη ρυθμίζεται η διοίκηση της δημοτικής εκπαίδευσης. Όλη η χώρα χωρίζεται σε εκπαιδευτικές περιφέρειες. Σε κάθε περιφέρεια διορίζεται επιθεωρητής και ιδρύεται «Εποπτικόν Συμβούλιον» με πέντε μέλη, το Μητροπολίτη της περιφέρειας Πρόεδρο, το Γυμνασιάρχη, τον Επιθεωρητή, έναν επιστήμονα και έναν έμπορο. Το Συμβούλιο αποφασίζει για τη μετάθεση των δασκάλων μέσα στην εκπαιδευτική περιφέρεια, για την τιμωρία τους και την απόλυσή τους. Έπειτα από 10 χρόνια στα 1905 ιδρύεται με το νόμο ΓΩΚΗ! «Κεντρικόν Εποπτικόν Συμβούλιον της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως». Το Κεντρικό Συμβούλιο αποφασίζει για τις μεταθέσεις από περιφέρεια σε περιφέρεια και κρίνει δευτεροβάθμια για τις τιμωρίες και την απόλυση των δασκάλων.
Με τα διοικητικά αυτά  μέτρα οι λειτουργοί της δημοτικής παιδείας απόχτησαν κάποια μονιμότητα. Δεν ήσαν πια υπόδουλοι στους κομματάρχες και μπόρεσαν να συγκεντρωθούνε στη δουλειά τους. Γιατρεύτηκε η ανυπόφορη αυτή πληγή.
Με τη δεύτερη διάταξη του νόμου ΒΤΜΘ! Ιδρύονται διτάξια νηπιαγωγεία για παιδιά 4-6 χρονών και δύο είδη δημοτικά σχολεία, τα «κοινά» με 4 τάξεις και τα «πλήρη» με 6 τάξεις. Για κορίτσια ιδρύονται ξεχωριστά σχολεία.
Νηπιαγωγεία ιδρύθηκαν πάρα πολύ λίγα. Δημοτικά όμως σχολεία ιδρύθηκαν αρκετά. Έτσι έχουμε σημαντική ποσοτική αύξηση της δημοτική παιδείας. Το ποσοστό των παιδιών που πάνε στο σχολείο σχετικά με τον πληθυσμό από 4,5% που ήτανε το 1889 ανέβηκε το 1910 στο 10% περίπου, δηλαδή διπλασιάστηκε. Παρ’ όλο όμως το διπλασιασμό ο αναλφαβητισμός και η αμάθεια εξακολουθούν να θριαμβεύουνε. Γιατί πρώτο χιλιάδες παιδιά –γύρω στις 80 χιλιάδες – δεν πατάνε το πόδι τους στο σχολείο. Και δεύτερο γιατί η διαρροή εξακολουθούσε να είναι σημαντική-πάνω από 50% όπως και πρώτα[10].
Και παράλληλα τα σχολικά χτίρια εξακολουθούν να είναι τα περισσότερα σταύλοι και τρώγλες, τα θρανία ακατάλληλα και λιγοστά, τα εποπτικά μέσα για τη διδασκαλία ανύπαρχτα. Που και που βλέπει κανείς κρεμασμένες κάποιες εικόνες από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, και ακόμη σπανιότερα κάποιο, συχνά, κουρελιασμένο, γεωγραφικό χάρτη της «Ελλάδος» και της «Ευρώπης».
Κάποια προσπάθεια γίνεται να βελτιωθεί η μέθοδος στη διδασκαλία. Μα πενιχρά τα αποτελέσματα. Και ήτανε φυσικό. Γιατί το διδαχτικό προσωπικό εξακολουθούσε να είναι αμόρφωτο και ακατάρτιστο. Τα λιγοστά διδασκαλεία – ένα στην αρχή, 3 και 6 αργότερα και στα 1906 4 από λόγους οικονομίας –δεν επαρκούσαν να μορφώσουνε τους νέους δημοδιδασκάλους και εξακολουθούσαν να διδάσκουν οι «κομπογιανίτες» όπως τους ονόμασα, δασκάλοι[11].
Ποιο ήτανε το θεοκρατικό και ψευτοκλασικό πνεύμα που είχε επικαθήσει βραχνάς στη δημοτική παιδεία, μας το δίνει ολοφάνερα το πρόγραμμα. Τα μαθήματα στο δημοτικό σχολείο, σύμφωνα με το νόμο ΒΤΜΘ! Είναι τα ακόλουθα: «Ανάγνωση και ερμηνεία των περικοπών Ευαγγελίου, ανάγνωση και ερμηνεία εκλεκτών συγγραφέων της καθομιλουμένης γλώσσης με γραπτές ασκήσεις, στοιχεία της γραμματικής της αρχαίας ελληνικής γλώσσης σε σύγκριση με την καθομιλουμένη, ερμηνεία ορισμένων μερών, από τα πιο ομαλά, πεζών συγγραφέων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, αριθμητική, στοιχεία γεωμετρίας, χημείας, φυσικής ιστορία με εφαρμογές στη γεωργία, στη βιομηχανία, στη κτηνοτροφία και στην υγιεινή, και σωματικές ασκήσεις[12].
Καμιά λοιπόν ουσιαστική βελτίωση. Η παιδεία με την αρχαία γραμματική από την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου εξακολουθεί, παρ’ όλη την ποσοτική αύξηση να είναι αντιλαϊκή και αντιπαραγωγική. Δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες του λαού, δε γίνεται όργανο για την προκοπή του.
3. Για τη μέση παιδεία δυό μόνο νομοθετήματα έχουνε κάποια σημασία: ο νόμος ΒΣΚΖ!  Και ο νόμος του 1910 «περί παιδαγωγικής μορφώσεως των λειτουργών της μέσης εκπαιδεύσεως». Ο πρώτος νόμος ΒΣΚΖ! απαγορεύει να διορίζονται καθηγητές στα γυμνάσια χωρία να είναι πτυχιούχοι του Πανεπιστημίου. Με το δεύτερο νόμο ιδρύθηκε το «Διδασκαλείον της Μέσης Εκπαιδεύσεως» για να μετεκπαιδευθούνε στα παιδαγωγικά και στη διδαχτική οι λειτουργοί της μέσης παιδείας. Και οι δύο αυτοί νόμοι είναι βέβαια προοδευτικοί, δε θίγουν όμως το ψευτοκλασικό πνεύμα, δε θίγουνε την ουσία, ούτε συγχρονίζουνε τη μέση παιδεία.



[1] Κοίταξε παραπάνω σελ. 29-30 (χειρόγραφο) Β’ ΜΕΡΟΣ σελ. 4-5
[2] Κοίταξε παραπάνω σελ 26 (χειρόγραφο) Β’ ΜΕΡΟΣ σελ. 5
[3] Ο Σεβαστόπουλος
[4] Δεν χρειάζονται σχόλια. Το επιχείρημα τούτο, το ολοφάνερα συκοφαντικό, είναι στερεότυπο. Το ακούμε ακόμη και σήμερα.
[5] «Ενας Άταφος Νεκρός» 1925 σελ. 1
[6] Διαδίδανε, πως οι «μαλλιαροί» οι δημοτικιστές, δε σεβάστηκαν ούτε τον τελευταίο αυτοκράτορα , Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ούτε το μεγάλο τραγικό το Σοφοκλή. Εκχυδάϊσαν, λέγανε και ήξεραν πως έλεγαν ψέματα, τον Κωνστ. Παλαιολόγο σε «Κώτσο Παλιοκουβέντα» και την Ηλέκτρα του Σοφοκλή σε «Κεχριμπάρα».
[7] Σε μια προκήρυξή τους οι φανατισμένοι αυτοί αδιαφώτιστοι φοιτητές –και δεν είναι λίγοι, είναι η συντριφτική πλειοψηφία – γράφουν: «Ορκισθέντες επί της ιερής σημαίας» θα αγωνιστούν «μέχρις εσχάτων …και παραδίδωσιν εις το αιώνιον ανάθεμα τους πολέμιους της εθνικής ημών γλώσσης…..και την «Φοιτητική Συντροφιά» το αίσχος του Εθνικού Πανεπιστημίου και ολοκλήρου του Ελληνισμού».
[8] Κοίταξε παραπάνω σελ. 40 (χειρόγραφο) Γ’ ΜΕΡΟΣ σελ. 1-2
[9] Σε μια περιοδεία του στην εκλογική του περιφέρεια, στη Λοκρίδα, όταν πλησιάζανε σ’ ένα χωριό κοντά στην Αταλάντη, του είπε ο κομματάρχης του: -Κυρ Θανάση, εδώ στο χωριό να τους πεις πως θα ιδρύσεις σχολείο. Το ζητάν οι χωριανοί. –Τι λες μπάρμπα Θανάση, αν ιδρύσω σχολείο μόλις έρθει ο δάσκαλος, θα φύγουμε εμείς. Δεν καταλαβαίνεις, ο καθένας που θα μάθει γράμματα, θα είναι μαύρο για μας.
[10] Κοίταξε παραπάνω σελ. 30 (χειρόγραφο) Β’ ΜΕΡΟΣ σελ.4
[11] Κοίταξε παραπάνω σελ. 29. Στα 1907 δίδασκαν δυό τέτοιοι «κομπογιανίτες» δασκάλοι σε δυό κεφαλοχώρια της Αττικής, στο Μαρκόπουλο, και τα Σπάτα, από το πρωί ως το βράδυ γραμματική της αρχαίας. Εγώ ο ίδιος το πρώτο «άριστα’ το πήρα στο δημοτικό σχολείο, όταν είπα μονορούφι, όλες τις δασυνόμενες λέξεις.
[12] Ρόζα Ιμβριώτη «Η Παιδεία στην Ελλάδα» Μορφωτικής Εταιρίας «Ελλάς» 1959 Τόμος Β’ σελ. 977


Δεν υπάρχουν σχόλια: