Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

ΠΑΙΔΕΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ Από την άλωση της Πόλης ως σήμερα (1964)*- Α' Μέρος -Από την άλωση της Πόλης μέχρι τον Όθωνα -

ΠΑΙΔΕΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ
Από την  άλωση της Πόλης ως σήμερα (1964)*


Μελέτη του Κ.Δ .Σωτηρίου που δημοσιεύτηκε
 στο «Νεοελληνικό Λεξικό» Ελευθερουδάκη
Εδώ δημοσιεύεται το χειρόγραφο κείμενο


*Η μελέτη είναι αρκετά μεγάλη  και γι αυτό θα ολοκληρωθεί δε τέσσερεις συνεχόμενες αναρτήσεις.
Α’ Μέρος –Από την άλωση της Πόλης μέχρι τον Όθωνα-
Β’ Μέρος – «1832 -1889»-
Γ’ Μέρος – «1889-1912»-
Δ’ Μέρος – «1912-μέχρι σήμερα (1964)»
                                                                             

Α’ Μέρος


Παιδεία Νεοελληνική
Πολύ πλατύ το θέμα, στενός ο χώρος, αναγκαστική η βραχυλογία. Θα προσπαθήσω, για να μη μείνουν πολλά σημεία σκοτεινά, να χαράξω τη βασανιστική και αντιφατή πορεία, που βάδισε η Παιδεία στη χώρα μας, από το 15ο αιώνα ως σήμερα. Θα επισημάνω τα κύρια στάδιά της και θα παρουσιάσω τα πιο σημαντικά χαραχτηριστικά της γνωρίσματα.

Η βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση
Η νεοελληνική παιδεία είναι διαποτισμένη, ιδιαίτερα την εποχή της τουρκοκρατίας, από την βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση.
Δύο είναι τα ουσιαστικά στοιχεία, που συνθέτουν τη βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση: Το φεουδαρχικό θεοκρατικό πνεύμα, και ο αττικισμός.
α! Το φεουδαρχικό θεοκρατικό πνεύμα. Ο Χριστιανισμός με τα θεόπνευστα δόγματά του, δημιούργησε τη δική του κοσμοθεωρία, τη Θεολογία. Οι πατέρες της Εκκλησίας τη Θεολογία παρουσιάζουν για πραγματική πηγή για κάθε αληθινή γνώση. Βασίζεται, τονίζουν, στην αλάθητη και θεόπνευστη Αγία Γραφή.
Το  Ιερατείο καταδίκαζε κάθε θεωρία, κάθε διδασκαλία, που απομακρυνόταν και αντιστρατευόταν τα δόγματα. Τη θεωρούσε αιρετική και ανατρεπτική. Άχρηστη και βλαβερή θεωρούσε και την επιστημονική έρευνα και ανατρεπτική την επιστήμη. Η φιλοσοφία και η επιστήμη δεν έπρεπε να έχουνε δική τους ανεξάρτητη ύπαρξη. Μοναδικός προορισμός τους να υπηρετούνε τη Θεολογία.
Δεσμεύθηκε λοιπόν η ελευθερία στη σκέψη, εμποδίστηκε η έρευνα, μπήκε φραγμός στην επιστήμη και την πρόοδο και καθιερώθηκε η τυφλή πίστη στα δόγματα. Άμεση συνέπεια να επικαθήσει στην πνευματική ζωή και φυσικά και στην παιδεία το απολυταρχικό θεοκρατικό πνεύμα και να μείνει ο λαός βυθισμένος στο πνευματικό σκοτάδι.
Παράλληλα με το κήρυγμα για τη «βασιλεία των ουρανών» και τη μεταθανάτια ζωή προβλήθηκε στο λαό  το ασκητικό ιδανικό και θεμελιώθηκε η αδιαμαρτύρητη υπακοή στο Ιερατείο και το μονάρχη. Έτσι, όταν ο χριστιανισμός αναγνωρίστηκε επίσημη θρησκεία, το Παλάτι και το Ιερατείο έγιναν «το κέντρο της θεοκρατικής μοναρχίας».
β! Ο αττικισμός. Ο βυζαντινός πολιτισμός είναι διαποτισμένος και από την αρχαία ελληνική και ελληνιστική παράδοση. Από τους αρχαίους συγγραφείς αντλούν φιλοσοφικά στηρίγματα για τη Θεολογία. Κυριαρχεί όμως ο αττικισμός. Ο αττικισμός είναι «ανασταλτικό, αντιπροοδευτικό φαινόμενο». Δεν αξιοποιεί τα γόνιμα στοιχεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Είναι στείρος. Δε δημιουργεί καινούργιες ιδέες. Φράζει το δρόμο στην πρόοδο. Περιορίζεται στην παθητική μίμηση και το ρωμαντικό θαυμασμό. Κύρια γνωρίσματά του, η αττικίζουσα γλώσσα και ο ψευτοκλασικισμός.
Στο Βυζάντιο η κυρίαρχη τάξη περιφρονούσε τη ζωντανή γλώσσα του λαού. Τη θεωρούσε χυδαία, όπως χυδαίο θεωρούσε και το λαό. Επίσημη γλώσσα υψώνεται η αττικίζουσα και το πνευματικό σκοτάδι γίνεται για το λαό πυκνότερο.
Έτσι διαμορφώθηκε η βυζαντινοεκκλησιαστική, η λογία όπως ονομάστηκε, παράδοση, αληθινός βραχνάς για τη νεοελληνική παιδεία, ως σήμερα ακόμη.
Βυζαντινή εποχή. Φεουδαρχική, ανύπαρχτη για το λαό και διαποτισμένη από το θεοκρατικό πνεύμα, είναι η παιδεία στη βυζαντινή εποχή. Λιγοστά σχολεία, προπάντων στα μοναστήρια, απαραίτητα για να στρατολογούνται οι ιερείς, οι ψάλτες, οι αναγνώστες στις εκκλησίες, και γραφείς ικανοί να γράφουν χειρόγραφα. Και ελάχιστες ανώτερες σχολές στις μεγάλες πόλεις απαραίτητες για τις κρατικές ανάγκες και για τις ανάγκες του ανώτερου Ιερατείου. Σημειώνω το «Πανδιδακτήριον» -ιδρύθηκε το 425- την «Οικουμενικήν Πατριαρχικήν Σχολήν» και το Πανεπιστήμιον της Μαγιναύρας στην Κωνσταντινούπολη, και τις ανώτερες Σχολές στη Θεσσαλονίκη.
Φυσικά οι πλούσιοι γονείς φρόντιζαν για τα παιδιά τους. Τα μόρφωναν στο σπίτι με ιδιωτικούς δασκάλους, μορφωμένους ιερομόναχους. Ο λαός όμως έμενε αγράμματος, βυθισμένος στις προλήψεις και το πνευματικό σκοτάδι. Πνευματική του τροφή τα συναξάρια και  παρηγοριά του η πίστη και τα θαύματα.
Τους δύο τελευταίους αιώνες, το 14ο και 15ο,-τότε η αστική τάξη κάνει τα πρώτα της βήματα- παρουσιάζεται σημαντική προοδευτική πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση. Νέα πολιτιστικά κέντρα εμφανίζονται. Πρώτο και καλύτερο ο Μιστράς. Προοδευτικές θεωρίες, νέες καλλιτεχνικές τάσεις, και ανθρωπιστικές αντιλήψεις προβάλλουν. Ήταν όμως μιά «αναλαμπή, πολύ γλήγορα έσβησε» όπως γράφει ο Κορδάτος στη Βυζαντινή Ιστορία του. Στο Βυζάντιο δεν πραγματοποιήθηκε, όπως έγινε στη Δύση, η «Αναγέννηση». Οι προοδευτικοί, και ανάμεσά τους πρωτεργάτης ο φιλόσοφός Γ. Γεμιστός (Πλήθων) χαράξανε τον καινούργιο δρόμο προς τον ουμανισμό. Η προσπάθειά τους όμως δεν καρποφόρησε. Οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές. Και η αντίδραση επικράτησε. Το φεουδαρχικό πνεύμα νίκησε. Ο ανώτερος κλήρος πρωτοστάτησε. Καταδίωκε, αφόριζε κάθε νέα φιλοσοφική και κοινωνική θεωρία. Ανάμεσα στους εκκλησιαστικούς ηγέτες, από τους πιο αντιδραστικούς, ο Γενάδιος ο Σχολάριος. Δήλωνε πως αν και μιλάει ελληνικά, δεν είναι Έλληνας, είναι μόνο χριστιανός. Και όταν ο Μωάαμεθ ο Β! τον ανέβασε στον πατριαρχικό θρόνο, έβγαλε διαταγή να κάψουν τα έργα του «αιρετικού» Γεμιστού.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ


Ι. Από την άλωση της Πόλης ως το τέλος του 17ου αιώνα.

Στα 1453 οι Τούρκοι πήρανε την Πόλη. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, έπειτα από τα τόσα χτυπήματα έπεσε. Η οικονομική κατάσταση σ’ όλες τις περιοχές, κάτω από τον τούρκικο ζυγό, χειροτέρεψε. Κάθε πνευματική κίνηση σταμάτησε. Γενική η οπισθοδρόμηση. Ανέχεια, κοινωνική εξαθλίωση. Ανυπόφορη η ζωή για τα λαϊκά στρώματα. Και φυσικά η αμάθεια απλώνει πυκνό το σκοτάδι της.
Βασανιστική η πορεία, που βάδισε η παιδεία στους δύο πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Στα πρώτα χρόνια έπειτα από την άλωση η παιδεία ανύπαρχτη για το λαό. Τα σχολεία, ανώτερα και κατώτερα, είχανε πάψει να λειτουργούνε. Λιγοστά ανασυσταίνονται. Ο Τούρκος καταχτητής, αγράμματος και ο ίδιος, δεν ενδιαφέρεται, βέβαια, για την παιδεία του σκλαβωμένου Γένους. Και ούτε τη βλέπει με καλό μάτι. Και από το άλλο μέρος τα φεουδαρχικά στρώματα της νεοελληνικής εθνότητας –δεν άργησαν να διαμορφωθούν- ο  ανώτερος κλήρος, η φαναριώτικη αριστοκρατία και οι προύχοντες, οι κοτζαμπάσηδες, δε θέλουνε το φωτισμό του Γένους. Δε θέλουνε μορφωμένο το λαό, δεν ιδρύουνε σχολεία, ούτε χτίζουνε ειδικά σχολικά χτίρια.
Το Πατριαρχείο ανασύστησε για τις ανάγκες του ανώτερου κλήρου, αμέσως έπειτα από την άλωση, το 1454, την Οικουμενική Πατριαρχική Σχολή. Ονομάστηκε τώρα Μεγάλη του Γένους Σχολή. Από διάφορες πληροφορίες μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, πως στο 15ο και 16ο αιώνα λειτουργούσαν ανώτερα σχολεία και σε άλλες μεγάλες πόλεις, στην Αδριανούπολη, στη Θεσσαλονίκη, στη Λευκωσία της Κύπρου, στην Τραπεζούντα. Ξέρουμε θετικά, πως το 1490 προσκλήθηκε από την Ιταλία, όπου είχε καταφύγει, ο λόγιος Ιωάννης Μόσχος στη Θεσσαλονίκη, και δίδαξε στη Σχολή της[1]. Λειτουργούσαν ακόμη λιγοστά κατώτερα σχολεία, κι αυτά για τις ανάγκες της εκκλησίας, με δασκάλους γραμματισμένους ιερομόναχους, στις πόλεις, στους νάρθηκες και στα κελιά στον περίβολο των εκκλησιών, και σε μοναστήρια. Από τους απόφοιτους από τα σχολεία αυτά, η Εκκλησία στρατολογούσε, όπως και στη βυζαντινή εποχή, τους ιερείς, τους ψάλτες, τους αναγνώστες, που χρειαζότανε.
Για να πάρουμε μια ιδέα σε ποια κατάσταση βρισκόταν η παιδεία, προσθέτω: Ο Αναστάσιος Μιχαήλ από τη Νάουσα μας πληροφορεί το 1706 πως «έχει νυν η Ελλάς περίπου των τεσσαράκοντα σπουδαστηρίων». Την ίδια πάνω κάτω πληροφορία μας δίνει το 1714 και ο Λαρισσηνός Αλέξανδρος Ελλάδος[2].
Μα η πορεία, που βάδισε η παιδεία στους δυό πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας γίνεται πιο βασανιστική ακόμη. Σέρνει η παιδεία μαζί της, ασήκωτο βάρος τη βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση.
Στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, και στις άλλες ανώτερες σχολές, θρονιάζονται με όλη τους την άνεση, το φεουδαρχικό θεοκρατικό πνεύμα, και ο αττικισμός με την αρχαϊκή γλώσσα. Στη Μεγάλη του Γένους Σχολή τα βασικά μαθήματα ήσαν τα θρησκευτικά, η θεολογική σχολαστική φιλοσοφία και τα αρχαία Ελληνικά με τη Γραμματική και το Συνταχτικό. Χαραχτηριστικό είναι, πως στο πρόγραμμα της Σχολής ακόμη και στην αρχή του 19ου αιώνα, δεν υπήρχαν οι φυσικές επιστήμες. Και ούτε τολμούσε κανείς να διδάξει τέτοια μαθήματα, μέσα στο προπύργιο του θεοκρατικού πνεύματος. Κιντύνευε να χαραχτηριστεί «νεωτεριστής» και άθεος. Είχε μάλιστα απαγορευθεί με πατριαρχική εγκύκλιο να διδάσκονται στα σχολεία οι φυσικές επιστήμες, γιατί καλλιεργούσανε, τόνιζε η εγκύκλιος «την αδιαφορίαν περί τα θεία».
Η μέθοδος διδασκαλίας στα ανώτερα σχολεία, πιεστική, βάρβαρη, πνευματοχτόνα. Βαρύ φορτίο τα αρχαία ελληνικά. Η Γραμματική βασίλευε. Η διδασκαλία καθαρά γλωσσική. Μέθοδοι η βασανιστική «ψυχαγωγία» η πολλαπλή δηλαδή παράφραση με συνώνυμες λέξεις[3]. Κορύφωμα η αποστήθιση. Ο δάσκαλος παρακολουθούσε με το βιβλίο στο χέρι. Ο μαθητής δεν έπρεπε ν’ αλλάξει ούτε μια λέξη. Σωστό ξεθέωμα. Η μνήμη λυγίζει από το βάρος. Η κρίση ναρκώνεται. Η σχολική εργασία καταναγκασμός.
Μα και στα κατώτερα, τα «κοινά» όπως τα έλεγαν σχολεία, είχε και εκεί επικαθήσει η θεοκρατική διδασκαλία και ο αττικισμός. Δίδασκαν στα παιδιά ανάγνωση[4] , γραφή, και τα «ιερά γράμματα» τον  Οχτώηχο, το ψαλτήρι, το ευχολόγιο, τον Απόστολο, και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Κανένας φωτισμός. Καμιά προπαρασκευή για τη ζωή. Γλώσσα η αρχαϊκή. Μέθοδες κι εδώ η ψυχαγωγία και η αποστήθιση.
Βάρβαρη λοιπόν και βασανιστική η μέθοδος. Ο ουμανιστής και από τους πρώτους δημοτικιστές, ο εφημέριος Νικόλαος Σοφιανός, δάσκαλος στην ελληνική σχολή στη Βενετία γράφει το 16ο αιώνα για τα σχολεία: «Οι μαθηταί παιδεύονται νύχτα και ημέραν…..και οι περισσότεροι γενειάζουν εις το σχολείον ….να διαβάζουν καλά δεν προκόφτουν (και ούτε) γροικούν το τι διαβάζουν»[5]. Την αποχαυνωτική αυτή μέθοδο τη χρησιμοποιούσαν οι αρχαϊστές ακόμη και το 19ο αιώνα. Ο Κοραής καυτηρίαζε την «ψυχαγωγία». Κάποιος άλλος γράφει το 1827 «Τα περισσότερα παληκάρια και παληκαρόπουλα … ντουφεκοβολούσαν διαρκούντος του μαθήματος….δεν μπορούσαν να καταλάβουν γρυ από τα αρχαία Ελληνικά»[6]
Τη βάρβαρη αυτή μέθοδο τη συνόδευαν και τη στήριζαν οι τιμωρίες. Και ήσαν σκληρές και απάνθρωπες οι τιμωρίες. Γνωστό είναι το δίστιχο:
«Άρξον χειρ μου αγαθή, γράψον γράμματα καλά,
μη δαρθής, μη παιδευθής, μη εις φάλαγγα βαλθής».
Οι πιο συνειθισμένες τιμωρίες, η μια σκληρότερη από την άλλη, ήσαν: Όρθιος ο τιμωρημένος με ψηλά τα χέρια, φορτωμένα με βάρη- γονάτισμα επάνω σε λίγο πολύ μυτερά αντικείμενα με τα χέρια τεντωμένα ψηλά και φορτωμένα με βάρη-ραβδισμός-μαστίγωμα με λουρί ή με στριμμένο σχοινί-φτύσιμο στο πρόσωπο-μουτζούρωμα-φυλάκιση στη φυλακή κάτω από τη διδασκαλική έδρα και η πιο απάνθρωπη και βασανιστική απ’ όλες ο φάλαγγας.
Συχνά την ώρα της τιμωρίας έψαιλναν οι μαθητές και αντίστοιχα τροπάρια. Παραθέτω συντομευμένα δύο:
1.           «Πάντες οι μαθηταί συνέλθετε ενθάδε όπως του ανοήοτου και αμελούς τη κεφαλή εμπτύσητε…Ούτος, ω μαθηταί υβρίσθη και ηλέχθει πολλάκις, αλλ’ ουκ ηβουλήθη την γνώμην μετατρέψασθαι….και τούτου ευρήσετε τον όνον πολύ κρείτονα».
2.           «Δεύτε συναχθήτε πάντες οι μαθηταί του σχολείου, οπόσοι φιλοπονίαν εκτήσασθε θαυμασίαν, όπως θεάσησθε τούτον τον αμελή και αχρείον»[7]
Λιγοστά λοιπόν τα σχολεία ως το τέλος του 17ου αιώνα. Πυκνό το πνευματικό σκοτάδι. Αγραμματοσύνη, παχυλή η αμάθεια.

ΙΙ. Η νεοελληνική παιδεία το 18ο αιώνα

1.Η αστική τάξη. Όλοι οι ιστορικοί, και όλοι όσοι ασχολήθηκαν με την νεοελληνική παιδεία την εποχή της τουρκοκρατίας, διαπιστώνουνε, πως στο τέλος του 17ου αιώνα, αρχίζει η παιδεία μας να βγαίνει από το μαρασμό, όπου φυτοζωούσε και να αναπτύσσεται. Η ανάπτυξή της, στο νέο τούτο στάδιο, βαδίζει με γοργό ρυθμό ολόκληρο το 18ο και στις δυό πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Τα σχολεία, ανώτερα και κατώτερα, πληθαίνουνε. Προοδευτικός αέρας φυσάει. Το θεοκρατικό πνεύμα και ο αττικισμός δέχονται δυνατά χτυπήματα. Και ολοένα δυναμώνει η προσπάθεια να αναμορφωθεί και να συγχρονιστεί το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Την προσπάθεια αυτή για εκπαιδευτική αναγέννηση την πήρε στα χέρια της η νέα τάξη, που συγκροτήθηκε και στην Ελλάδα, η αστική τάξη.
Από το 16ο αιώνα δημιουργούνται σιγά-σιγά και στη χώρα μας καινούργιες ευνοϊκές οικονομικές αντικειμενικές συνθήκες. Το εμπόριο αναπτύσσεται, ζωογονείται, η ναυτιλία φέρνει πλούτη, η χειροτεχνία προοδεύει. Παροικίες ιδρύονται στο εξωτερικό και ακμάζουν. Συγκροτείται λοιπόν και σε μας η νεοελληνική αστική τάξη. Αρχίζει να αναπτύσσεται η εμπορευματική παραγωγή. Στις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα η ανάπτυξή της έχει αρκετά προχωρήσει. Η Θεσσαλονίκη παρουσιάζει μεγάλη εμπορική και βιοτεχνική κίνηση. Στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο, στα νησιά του Αιγαίου, στην Πελοπόννησο, στην Αττική το εμπόριο δραστηριοποιείται. Τα εργαστήρια φτιάχνουν εμπορεύματα για τις ξένες αγορές. Τα Αμπελάκια μα τα 24 νηματουργεία τους έχουν ιδρύσει υποκαταστήματα, πρατήρια δικά τους, στη Βιέννη και στη Βουδαπέστη. Τα 24 χωριά του Πηλίου, τα 40 χωριά στο Ζαγόρι στην Ήπειρο, η Μοσχόπολη, τα Γιάννενα, τα Μαντεμοχώρια στη Χαλκιδική, η Λειβαδιά, η Πάτρα, η Χίος γίνονται σημαντικά βιοτεχνικά και εμπορικά κέντρα.
Την ίδια περίπου εποχή αναπτύσσεται με γοργό ρυθμό και η ελληνική ναυτιλία. Ο εμπορικός στόλος έφτασε το 1764 τα 615 πλοία (153.580 τόνους) με 37.526 ναύτες πλήρωμα. Έπειτα από τη συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή ναυπηγήθηκαν και άλλα πολλά[8]. Οι ναυτικοί καραβοκυραίοι γνωρίζουνε καινούργιους τόπους, συγκινούνται από τα νέα φιλελεύθερα κηρύγματα και κουβαλούν μαζί με τα κέρδη τους και τις νέες ιδέες στα νησιά τους.
Παράλληλα οι Ελληνικές παροικίες στην Αυστρία, στη Γερμανία, στην Ουγγαρία, στη Ρωσία, στη Μολδοβλαχία και αλλού παίζουνε σημαντικό οικονομικό ρόλο στις χώρες αυτές. Πολλοί Έλληνες πλούτισαν. Ίδρυσαν ακμαίους εμπορικούς οίκους. Άλλοι έγιναν τραπεζίτες. Μερικοί μάλιστα στη Βιέννη και στη Βουδαπέστη πήρανε και τίτλους αριστοκρατικούς, όπως ο Σίνας, που έγινε βαρώνος.
Έτσι συγκροτήθηκε η αστική τάξη. Μαζί της διαμορφώνεται και ριζώνει και η εθνική συνείδηση. Στις ελληνικές κοινότητες στην Αυστρία και στο Βουκουρέστι, γράφει ο Κορδάτος, «φύτρωσε ο πρώτος σπόρος του νεοελληνικού εθνισμού»[9].
Η αστική τάξη από τα πρώτα της βήματα είναι προοδευτική. Εγκολπώνεται τις δημοκρατικές φιλελεύθερες ιδέες. Γίνεται ο φορέας τους. Εμπνέεται από το ιδανικό της ελευθερίας και επιδιώκει με πίστη και ενθουσιασμό το ξεσκλάβωμα από τον τούρκικο ζυγό. Πρωτοστατεί στον ιδεολογικό διαφωτισμό και θέλει να μορφώσει, να φωτίσει το λαό. Πιστεύει, πως η παιδεία, ο φωτισμός, θα γίνει η αφετηρία για το ξεσκλάβωμα του Γένους. Μα όχι η παιδεία με το σκοταδιστικό πνεύμα και την αττικίζουσα γλώσσα, με τα Συναξάρια και τα «ιερά γράμματα» το Οχτωήχι, και το ψαλτήρι. Η αστική τάξη την εποχή εκείνη θέλει συγχρονισμένη και διαποτισμένη από την επιστήμη παιδεία. Παίρνει λοιπόν στα χέρια της την προσπάθεια και τον αγώνα για την πνευματική και εκπαιδευτική αναγέννηση.
2. Η παιδεία απλώνει το φως της  
Η ανάπτυξη που παίρνει η παιδεία το 18ο αιώνα, είναι και ποσοτική και ποιοτική. Οι Έλληνες αστοί, οι πραματευτάδες, οι ναυτικοί και οι βιοτέχνες στην Ελλάδα και οι έμποροι και τραπεζίτες στις ελληνικές παροικίες στο εξωτερικό, αισθάνονται βαθιά την ανάγκη, να απλώσει η παιδεία το φως της σ’ ολόκληρη την υπόδουλη χώρα μας. Την ανάγκη αυτή την εκφράζει κατηγορηματικά στο «Πολίτευμά» του ο Εθνομάρτυρας Ρήγας. Στο άρθρο 22 γράφει: «Όλοι χωρίς εξαίρεσιν έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα. Η πατρίς έχει να καταστήσει σχολεία εις όλα τα χωρία δια τα αρσενικά και θηλυκά παιδία. Εκ των γραμμάτων γεννάται η προκοπή, με την οποίαν λάμπουν τα ελεύθερα έθνη»[10]
Οι πλούσιοι Έλληνες στο εξωτερικό διαθέτουν μεγάλα ποσά για την παιδεία. Ιδρύουν ανώτερα και κατώτερα σχολεία, χτίζουνε σχολικά χτίρια και στην Ελλάδα, και προπάντων στην πόλη ή στο χωριό, που γεννήθηκαν, και στις παροικίες, όπου ζούνε. Και κληροδοτούν γενναιόδωρα κληροδοτήματα για τη λειτουργία τους.
Παράλληλα και στα μικρά και στα μεγαλύτερα εμπορικά και βιοτεχνικά κέντρα, ιδρύονται ανώτερα και κατώτερα σχολεία. Τα κατώτερα τα ονόμαζαν τότε «κοινά». Αντιστοιχούν με το τετράχρονο δημοτικό σχολείο. Τα ανώτερα είχαν διάφορα ονόματα. Τα πιο συνειθισμένα είναι : Ακαδημία, Λύκειον, Γυμνάσιον, Μουσείον, Ελληνομουσείον, Φροντιστήριον, Σχολή. Τα ανώτερα αντιστοιχούν λίγο πολύ στα σημερινά Γυμνάσια. Μερικά μάλιστα τα ξεπερνούσαν. Είχανε πρόγραμμα πανεπιστημιακό.
Έτσι το 18ο αιώνα πλήθυναν σημαντικά τα σχολεία σ’ όλη την Ελλάδα. Σε κάθε πόλη και σε κάθε κοινότητα, που ευημερούσε υπήρχε σχολείο. Ο Τρύφων Ευαγγελίδης καταγράφει στο έργο του, πάνω από εξακόσια. Έχουμε άλλωστε αρκετές μαρτυρίες από την εποχή εκείνη. Το προοδευτικό περιοδικό  «Λόγιος Ερμής» (έβγαινε στη Βιέννη 1811-1821) διαπιστώνει: «Τα σχολεία πολλαπλασιάζονται, βιβλιοθήκαι συστήνονται, οι πλούσιοι έμποροι, πατριωτικώ κινούμενοι ζήλω ανοίγουσι προθύμως τους θησαυρούς των»[11]. Και ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» μας πληροφορεί στα 1805 πως «Δεν ευρίσκεται πόλις την σήμερον, όπου να μην έχει δύο και τρία σχολεία…..τα σχολεία δεν είναι πλέον έρημα, ως πρότερον, αλλά το καθέν περιέχει 50 και 100 μαθητάς».
Σημειώνω τις περισσότερες πόλεις, όπου λειτούργησαν ανώτερα σχολεία. Σχεδόν όλα ιδρύθηκαν το 18ο αιώνα[12]. Μερικά από αυτά έγιναν πραγματικά μορφωτικά κέντρα, και αρκετοί από τους δασκάλους των, αξίζουν να ονομάζονται «Μεγάλοι του Έθνους Διδάσκαλοι».
Θράκη: Κωνσταντινούπολη: Μεγάλη του Γένους Σχολή (1454) και αρκετά άλλα στις διάφορες ενορίες σχολεία. Όλα αυτά ιδρύθηκαν το 18ο αιώνα
Αγχίαλος, Μεσημβρία, Αδριανούπολη (16ος αιώνας) (1652) Φιλιππούπολη (16ος αιώνας) Αίνος (1652) Μεσημβρία, Ραιδεστός, Σωζούπολη (16ος αιώνας) Καλλίπολη.
Μακεδονία: Άγιον Όρος η ξακουστή «Αθωνιάς Ακαδημία» με 9 τάξεις, 4 κατώτερες και 5 ανώτερες. Σχολάρχης ο ονομαστός Ευγένιος Βούλγαρης. Θεσσαλονίκη (17ος αιώνας), Κοζάνη, Βέροια (1650) Καστοριά (17ος αιώνας), Βοδενά, Νάουσα, Σιάτιστα πρώτος Σχολάρχης της Σχολής ο προοδευτικός και φωτισμένος δάσκαλος Μεθόδιος Ανθρακίτης, Μοσχόπολη η φημισμένη «Νέα Ακαδημία» με βιβλιοθήκη και τυπογραφείο. Σέρρες (17ος αιώνας)
 Ήπειρος: Τα Γιάννενα είχαν κάμποσα σχολεία και μεγάλη πνευματική κίνηση. Σπουδαίες είναι οι δυό ανώτερες Σχολές της: η Μπαλαναία Σχολή (1676) και η Μαρουσαία-Καπλάνειος. Σχολάρχης της ήταν ο ριζοσπαστικά προοδευτικός Αθανάσιος Ψαλλίδας, το πιο φωτεινό μυαλό τα χρόνια εκείνα.
Στα Ζαγοροχώρια, σπουδαίο εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο, άπλωσε η παιδεία πλούσιο το φως της. Λειτουργούσαν αρκετά «κοινά» και μεσαία σχολεία. Μέτσοβο: Η Σχολή του έγινε περιώνυμη. Άρτα (1669) Ζίτσα: Περίφημο το σχολείο της με βιβλιοθήκη και κατοικία για τους φτωχούς μαθητές.
Θεσσαλία: Τα 24 χωριά του Πηλίου, όλα έχουν μεσαία σχολεία με μικρές βιβλιοθήκες. Στις Μηλιές ο ξακουστός δάσκαλος του Έθνους Γρηγόριος Κωνσταντάς ίδρυσε ανώτερη Σχολή το «Λύκειον». Αμπελάκια έχουν περίφημη Σχολή πλουτισμένη με όργανα Φυσικής και Χημείας. Σχολάρχης από το 1796 ως το 1803 ο Γρ. Κωνσταντάς. Αγιά, Τύρναβος, Λάρισσα, Τρίκαλα (17ο αιώνα).
Στερεά Ελλάδα: Αθήνα: Ο ιερομόναχος Γρηγ. Σωτηριανός ίδρυσε το «Φροντιστήριον» και ο πλούσιος Ντέκας την ομώνυμη Σχολή του. Τα Άγραφα έγιναν σπουδαίο εκπαιδευτικό κέντρο. Λειτούργησε στο μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής το «Ελληνομουσείον». Δίδαξαν ο Ευάγγελος Γιαννούλης και ο μαθητής του Αναστάσιος Γόρδιος. Μεσσολόγγι η «Παλαμαία Σχολή», Καρπενήσι (17ος αιώνας) Ρεντίνα, Λαμία, Υπάτη, Λειβαδιά, Θήβα (1650)
Πελοπόννησος: Ναύπλιο, Τρίπολη, Άργος (17ος αιώνας) Μιστράς, Καλαμάτα, Δημητσάνα, Πάτρα, Πύργος, Ανδρίτσαινα: λαμπρό σχολικό χτίριο και βιβλιοθήκη. Οι κάτοικοι φιλοδοξούσαν να γίνει η σχολή Ακαδημία για όλη την Πελοπόννησο.
Νησιά του Αιγαίου: Τα νησιά του Αιγαίου πλουτίζουν με τη ναυτιλία και το εμπόριο και γίνονται σπουδαία μορφωτικά κέντρα. Σχολεία ιδρύονται σχεδόν σε όλα. Τα πιο ξακουστά είναι : η Σχολή στην Πάτμο (1669) με την πλούσια βιβλιοθήκη, η «Κεντρική Σχολή» στη Χίο, τα δυό σχολεία στην Άνδρο, και η Σχολή της Μυτιλήνης  στη Λέσβο. Στη Μυτιλήνη δίδαξε ο προοδευτικός και φημισμένος δάσκαλος Βενιαμίν ο Λέσβιος.
Στην Κρήτη λειτουργούσαν στο τέλος του 18ου αιώνα σχολεία στα Χανιά, στη Ρέθυμνα και στο Ηράκλειο.
Κύπρος: Στην Λευκωσία ιδρύθηκαν δύο σχολές. Η δεύτερη Σχολή της «Αγίας Τριάδος» εξελίχτηκε στο σημερινό «Παγκύπριον Γυμνάσιον». Σχολές ιδρύθηκαν και στη Λεμεσό και στο Λάρνακα.
Εφτάνησα: Την εποχή της Βενετοκρατίας παιδεία σχεδόν δεν υπήρχε. Οι πλούσιοι μόρφωναν τα παιδιά τους στο σπίτι με ιδιωτικούς δασκάλους και έπειτα τα έστελναν στην Ιταλία να σπουδάσουνε. Όταν οι Γάλλοι πήρανε τα Εφτάνησα στα 1797 και προπάντων από το 1803 που ιδρύθηκε το «Ιόνιον Κράτος» σύμφωνα με Σύνταγμα (άρθρο 73 και 103) η παιδεία άρχισε να αναπτύσσεται και ιδρύθηκαν κάμποσα σχολεία κατώτερα και ανώτερα. Σημειώνω πως το 1824 ιδρύθηκε η «Ιόνιος Ακαδημία» σπουδαιότατο εκπαιδευτικό ίδρυμα με 4 σχολές :Θεολογική, Φιλοσοφική, Νομική και Ιατρική Σχολή. Στην Κέρκυρα ιδρύθηκαν Γυμνάσιο, Διδασκαλείο (1819) και Ιεροσπουδαστήριο. Στην Κεφαληνία, στο Αργοστόλι ιδρύθηκε Γυμνάσιο. Στη Ζάκυνθο λειτουργούσε από το 17ο αιώνα Σχολή με πλούσια βιβλιοθήκη.
Μικρά Ασία: Το 18ο αιώνα, όπως και στις άλλες περιοχές, ιδρύθηκαν και στη Μικρά Ασία πολλά κατώτερα «κοινά» και ανώτερα σχολεία.
Σμύρνη: Δύο σχολεία: το «Παλαιόν σχολείον» και το νέο σχολείο στην κάτω πόλη, η κατόπιν Ευαγγελική Σχολή. Στα 1809 ιδρύθηκε και Τρίτη Σχολή το «Φιλολογικό Γυμνάσιο».
Κυδωνίες: Σπουδαίο εμπορικό και εκπαιδευτικό κέντρο. Στη Σχολή της την «Ακαδημία Κυδωνιών» δίδαξαν δυό πρωτοπόροι διδάσκαλοι του Έθνους ο Βενιαμίν ο Λέσβιος και ο Θεόφιλος Καϊρης. Η σχολή είχε και τυπογραφείο και ήταν πλουτισμένη με όργανα Φυσικής και Χημείας. Σχολεία λειτουργούσαν το 18ο αιώνα και στα Βούρλα, Νέα Έφεσο, Τραπεζούντα, Σινώπη, Σαμψούντα, Προύσα, Πέργαμο, Δαρδανέλια και σε κάμποσες άλλες πόλεις.
Σχολεία στις ελληνικές παροικίες: Σ’ όλες τις ελληνικές κοινότητες στο εξωτερικό λειτουργούσαν το 18ο αιώνα κατώτερα και μεσαία και στις πιο πλούσιες και ανώτερα σχολεία. Σπουδαίο εμπορικό και μορφωτικό κέντρο με πλούσια πατριωτική δράση είναι η ελληνική κοινότητα στη Βιέννη. Στην πόλη αυτή έβγαιναν τα ελληνικά περιοδικά «Λόγιος Ερμής» (1811-1821) «Καλλιόπη» και «Ελληνικός Τυπογράφος». Πλούσια ήταν και η ελληνική  κοινότητα στη Βουδαπέστη, και αντάξια και καλά οργανωμένη και η ανωτέρα σχολή το «Ελληνομουσείον» που είχε ιδρύσει.
Ξακουστά ήσαν και τα σχολεία στις ελληνικές παροικίες στη Μολδοβλαχία και ιδιαίτερα η «Ακαδημία» στο Βουκουρέστι, και η ανωτέρα σχολή στο Ιάσιο. Στην πρώτη, στην «Ακαδημία» δίδαξαν και οι δασκάλοι του «Γένους» ο πρωτοπόρος Βενιαμίν ο Λέσβιος, και ο αναστυλωτής της παιδείας κατά την επανάσταση του 1821 Γρηγ. Κωνσταντάς. Στην ανώτερη Σχολή στο Ιάσιο δίδαξαν εκτός από τους άλλους και οι δασκάλοι του Γένους  Νικηφόρος Θεοτόκης, ο ριζοσπαστικά προοδευτικός και εμπνευσμένος παιδαγωγός Ιώσηπος Μοισιόδαξι και ο πρωτεργάτης στην αναγέννηση της παιδείας Στέφανος Δούγκας. Σχολεία λειτούργησαν και στις ελληνικές κοινότητες στο Γαλάτσι, στη Βράϊλα και στο Σουλινά.
Σχολεία ίδρυσαν το 18ο αιώνα και οι ελληνικές κοινότητες στη Ρωσία, στο Βατούμ, στη Γιάλτα,  στην Ευπατόρια, στη Θεοδοσία, στο Νοβορωσάσκι, στο Ταϊγάνι, στη Χερσώνα στη Νίζνα. Στην πόλη αυτή ήρθε σαν πρόσφυγας – έπειτα από την επανάσταση του 1770 ο μεγάλος και ξακουστός δάσκαλος του Γένους Αθανάσιος Ψαλλίδας. Σπουδαίο εμπορικό κέντρο με πλούσια πατριωτική δράση ήταν και η ελληνική κοινότητα στην Οδησσό. Τα σχολεία της φημισμένα, πλουτισμένα με βιβλιοθήκες όργανα φυσικής και χημείας. Μεγαλόπρεπα τα σχολικά χτίρια. Στη Μόσχα ιδρύθηκε στην αρχή του 19ου αιώνα «Εμπορική Ακαδημία των Γραικών».
Ελληνικά σχολεία ιδρύθηκαν και λειτούργησαν και στη Βάρνα, το Σίλιμνο, και στο Κάρχοβο της Βουλγαρίας, καθώς και στις ελληνικές κοινότητες στη Σερβία, στο Βελιγράδι, στα Σκόπια, στο Νεόφυτο. Στο Σιλίμνο η ελληνική κοινότητα ίδρυσε ανώτερη Σχολή «Ελληνομουσείον».
Και στις ελληνικές κοινότητες στην Ιταλία  λειτούργησαν ελληνικά σχολεία, στην Αγκώνα, στην Πίζα, στο Λιβόρνο, στη Ρώμη. Φημισμένα ήσαν τα σχολεία στη Βενετία και στην Τεργέστη. Στη Βενετία η Σχολή ιδρύθηκε το 1593 και λειτούργησε ως το 1700. Λειτούργησε όμως από 1662 το «Φλαγγιανόν Φροντιστήριον». Το ίδρυσε και το προικοδότησε ο Κερκυραίος Θωμάς Φλαγγίνης. Στη Βενετία δίδαξαν οι ουμανιστές και από τους πρώτους δημοτικιστές, Νικόλαος Σοφιανός, Φραγκίσκος Σκούφος και Ηλίας Μηνιάτης. Φημισμένα ήσαν και τα σχολεία στην Τεργέστη. Αξίζει να σημειώσω, πως απ’ όλες τις ελληνικές κοινότητες στο εξωτερικό, η μόνη που έδινε σύνταξη στο διδαχτικό προσωπικό ήταν η κοινότητα στην Τεργέστη.
Μα και στην Αίγυπτο λειτούργησαν το 18ο αιώνα ελληνικά σχολεία. Το πρώτο ιδρύθηκε το 1650 στο Κάϊρο. Η ελληνική παιδεία αναπτύχτηκε ραγδαία στην Αίγυπτο το 19ο και 20ο αιώνα. Ξακουστά είναι τα ανώτερα σχολεία στο Κάϊρο – η Αμπέτειος Σχολή – και στην Αλεξάνδρεια – το Αβερώφειο Γυμνάσιο και η Τοσίτσια Σχολή. Λίγο πριν από τον Β! Παγκόσμιο πόλεμο λειτουργούσαν στις ελληνικές κοινότητες στην Αίγυπτο πάνω από 100 σχολεία με 11.000 περίπου μαθητές και 290 δασκάλους. Σχολείο ελληνικό είχαν ιδρύσει και η ελληνική κοινότητα στη Μινόρκα (Βαλεαρίδες) και στην Καλκούτα στις Ινδίες.
3.Σκληρός ο αγώνας για την εκπαιδευτική αναγέννηση.
Η ανάπτυξη, που πήρε η παιδεία το 18ο αιώνα, δεν ήταν μόνο ποσοτική. Ήτανε και ποιοτική. Βασανιστική όμως η πορεία και αντιφατική.
Η αστική τάξη, το τόνισα και παραπάνω, θέλει να φωτίσει το Γένος, για να το οδηγήσει στο ξεσκλάβωμά του από τον Τούρκο καταχτητή. Οι πνευματικοί ηγέτες της, εμπνευσμένοι από τις δημοκρατικές ιδέες και το ανθρωπιστικό ιδανικό της ελευθερίας, είδανε καθαρά, πως, για να φωτιστεί το Έθνος και να μορφωθεί πραγματικά το Έθνος, έπρεπε να λυτρωθεί η παιδεία από το φεουδαρχικό θεοκρατικό σκοταδισμό και το βραχνά της αρχαϊκής γλώσσας, και να διαποτιστεί με το φιλελεύθερο, δημοκρατικό, επιστημονικό πνεύμα.
Αγωνίστηκαν λοιπόν ν’ αλλάξουνε το πνεύμα και το περιεχόμενο της παιδείας να την ανεβάσουνε ποιοτικά, και να εφαρμόσουνε συγχρονισμένο για τα χρόνια εκείνα, προοδευτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Και αγωνίστηκαν ακόμη πιο σκληρά να υψώσουν μοναδική γλώσσα και στο γραφτό λόγο και στη διδασκαλία στο σχολείο τη ζωντανή γλώσσα του λαού. Έβλεπαν καθαρά πως μόνο με όργανο τη γλώσσα του λαού μπορούσε να εφαρμοστεί το νέο, το προοδευτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Και είχανε δίκιο. Γιατί η αρχαϊκή γλώσσα φράζει το δρόμο, είναι βραχνάς στο στήθος του λαού, γλωσσοδέτης στη νέα γενιά, στυλοβάτης στο σκοταδισμό. Οι φεουδαρχικοί όμως και το ανώτερο Ιερατείο αντιδρούν. Απορρίπτουν μα αγανάχτηση το νέο, το προοδευτικό αστικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Σκληρός ο αγώνας. Οι πνευματικοί ηγέτες της αστικής τάξης πήρανε επάνω τους τον αγώνα και κράτησαν σταθερά στα χέρια τους τη σημαία της εκπαιδευτικής αναγέννησης.
Η πάλη ανάμεσα στην αστική προοδευτική ιδεολογία και τις θεοκρατικές φεουδαρχικές αντιλήψεις εντείνεται όσο προχωρεί ο 18ος αιώνας, συγκεντρώνεται ιδιαίτερα στον τομέα της παιδείας και κορυφώνεται στη γλώσσα. Η γλωσσική διαμάχη συνυφαίνεται με τον αγώνα, για το ποιοτικό ανέβασμα της παιδείας. Έτσι το γλωσσικό ζήτημα παίρνει από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε κοινωνικό και εκπαιδευτικό περιεχόμενο.
Δύο λοιπόν γλωσσοεκπαιδευτικές παρατάξεις συγκρούονται και δύο αντίστοιχα εκπαιδευτικά προγράμματα αντιπαλαίουν.
Η πρώτη παράταξη ακολουθεί τη βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση. Το εκπαιδευτικό της πρόγραμμα έχει τέσσερα αντιδραστικά γνωρίσματα: α! Στα σχολεία διδάσκονται εκκλησιαστικά βιβλία και από τους αρχαίους συγγραφείς τα κείμενα εκείνα που στηρίζουνε το θεοκρατικό πνεύμα.  β!. Οι φυσικές επιστήμες και τα Μαθηματικά αποκλείονται. γ! Μέθοδες διδασκαλίας η παλιά βασανιστική «ψυχαγωγία» με τους κανόνες της αρχαίας Γραμματικής και ο παπαγαλισμός. Τα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων τα χρησιμοποιούσαν για να εφαρμόζουν οι μαθητές κανόνες της γραμματικής και του συνταχτικού. Και δ! Γλώσσα για το γραφτό λόγο γενικά και προπάντων στη διδασκαλία στο σχολείο η αρχαϊκή. Φανατική προσπάθεια να συντηρήσουν πεθαμένες μορφές. Διπλός ο σκοπός: Να εμπεδώσουν στους μαθητές τη θεολογική κοσμοθεωρία και την αδιαμαρτύρητη υπακοή «να φυλάξουν απαρασάλευτον την υποταγήν εις την πολιτικήν διοίκησιν» και ο δεύτερος σκοπός: ν’ αποχτήσουν οι μαθητές την ικανότητα να χρησιμοποιούν την αρχαϊκή γλώσσα και στον προφορικό λόγο. Η παράταξη τούτη είναι αντιδραστική. Η ροπή της φεουδαρχική. Στήριγμά της το Ιερατείο και η φαναριώτικη αριστοκρατία. Κύριοι εκπρόσωποί της ο Παν. Κοδρικάς, ο Ιάκωβος Ρίζος (Νερουλός) ο Νεόφυτος Δούκας και ο Κομητάς, και οι τέσσερεις «βαρύ πυροβολικό» του στείρου λογιοτατισμού.
Η δεύτερη παράταξη εμπνέεται από τον προοδευτικό τότε αστικό ανθρωπισμό. Είναι προοδευτική και νεωτεριστικό το εκπαιδευτικό της πρόγραμμα. Τέσσερα τα κύρια χαραχτηριστικά του γνωρίσματα. α! Μόρφωση πραγματικά ανθρωπιστική και όχι ψευτοκλασική και τυπολατρική. Οι αρχαίοι κλασικοί να γίνονται πηγή για ανάταση και προκοπή. Να τονίζονται τα γόνιμα στοιχεία του κλασικού πολιτισμού και να προβάλλεται το ανθρωπιστικό ιδανικό. β! Απαραίτητο να διδάσκονται οι φυσικές επιστήμες, τα Μαθηματικά και η νεότερη αστική φιλοσοφία. Η παιδεία να διαποτιστεί με το επιστημονικό πνεύμα και να φωτίσει το Έθνος με το φως της επιστήμης. γ!  Η παιδεία να γίνει δημοκρατική, να ανοίξει δηλαδή τις πόρτες σ’ όλα τα παιδιά. Και δ! Γλώσσα για το γραφτό λόγο και στη διδασκαλία στο σχολείο, η ζωντανή γλώσσα του λαού. Η δεύτερη τούτη παράταξη είναι ολοφάνερα προοδευτική. Στήριγμά της τα προοδευτικά αστικά στοιχεία. Κύριοι εκπρόσωποί της οι πρωτοπόροι δάσκαλοι του Έθνους Αθαν. Ψαλλίδας, Δανιήλ Φιλιππίδης, Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο ριζοσπάστης γιατρός Ι. Βηλαράς και ο σπουδαίος νομικός και ποιητής Αθαν. Χρηστόπουλος.
Ο αγώνας ανάμεσα στις δύο παρατάξεις σκληρός. Οι αντιδραστικοί, οι φεουδαρχικοί ωραιοποιούν τη βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση, πολεμούνε κάθε προοδευτική ιδέα, φοβούνται τις θετικές επιστήμες, δε θέλουνε να μορφωθεί πραγματικά ο λαός, βρίζουνε χυδαία τη γλώσσα του, συκοφαντούνε και καταδιώκουνε κάθε προοδευτικό. Τα «Μαθηματικά πηγή αθεϊας» γράφει ο λογιότατος Αθανάσιος Πάριος. Τα επιστημονικά μαθήματα είναι άχρηστα και ανόητα, τονίζει ο Νεόφυτος Δούκας- Μόνο «τα γραμματικά» ωφελούν. Ο άλλος στυλοβάτης του λογιοτατισμού, ο Μπαλάνος Βασιλόπουλος στα Γιάννενα βάλθηκε ν’ αποδείξει άχρηστη και αβάσιμη την άλγεβρα. Και ο Σέργιος Μακραίος υπερηφανευόταν που απόδειξε πως το σύστημα του Κοπέρνικου είναι αντιεπιστημονικό. «Δεν γράφω διά πακάληδας» τονίζει σ’ ένα βιβλίο του ο Παν. Κοδρικάς «Γράφω απλώς δι’ ευγενείς…… οι πακάληδες» να καταγίνονται με «την οψοπολίαν……οι δε ευγενείς (οι αριστοκράτες) να ενασχολούνται εις την σπουδήν και φιλολογίαν».
Όσοι νεωτερίζουν χαραχτηρίζονται άθεοι, καταδιώκονται, αφορίζονται. Στη γνωστή πατριαρχική εγκύκλιο  ονομάζονται «διεφθαρμένα ανδράρια, Ζωίλοι…εις τα πολιτικά επιβλαβείς» δηλαδή δημοκρατικοί. Το φωτισμένο δάσκαλο του Έθνους Μεθόδιο Ανθρακίτη τον κάλεσε το Πατριαρχείο το 1723 σε απολογία επειδή δίδασκε γεωμετρία, άλγεβρα και  τριγωνομετρία, και στη φιλοσοφία ακολουθούσε τον Καρτέσιο «και δεν ευρέθησαν μεν αιρετικαί αι διδασκαλίαι του, διετάχθη όμως ο εμπρησμός των χειρογράφων του και των τετραδίων των μαθητών του»[13]. Σε απολογία κάλεσε το Πατριαρχείο και τον πρωτοπόρο Βενιαμίν Λέσβιο επειδή είχε ξεσπαθώσει για τις Φυσικές επιστήμες «Αι επιστήμες, κήρυχνε, φέρνουν την ευτυχίαν και τον πλούτον εις τα Έθνη…… όπου πρόοδος των επιστημών και των τεχνών εκεί πλούτος και δύναμις, και όπου λείπουσιν αι τέχναι και αι επιστήμαι, εκεί αθλιότης και δυστυχία». Για τούτα τα κηρύγματά του  και ειδικά επειδή δίδασκε πως η γη κινείται γύρω από τον ήλιο κατηγορήθηκε και τρία ολόκληρα χρόνια βασανίστηκε στην Πόλη για να μπορέσει να ξαναπάρει δασκαλική θέση. Και ο Στέφανος Δούγκας πρωτεργάτης στο φωτισμό του Έθνους υποχρεώθηκε να υποβάλει «λίβελλον πίστεως» το 1815 «δήλωση μετανοίας» όπως θα λέγαμε σήμερα, επειδή δίδασκε «τα φυσικά και τα φιλοσοφικά, παρά τα υπό της Εκκλησίας πρεσβευόμενα»[14]  
Κατηγόρησαν άθεους το δάσκαλο του Έθνους Ευγένιο Βούλγαρη, επειδή δίδασκε φυσικές επιστήμες, τον πρωτεργάτη στην εκπαιδευτική αναγέννηση Αθαν. Ψαλλίδα και τόσους άλλους. Καταδίωξαν το φωτισμένο παιδαγωγό Ιώσηπο Μοισιόδακα επειδή χτύπησε το στείρο ψευτοκλασικισμό. Πέθανε φυματικός στην ψάθα. Το Πατριαρχείο αφόρισε το Χριστόδουλο Παμφλέκη για τις νεωτεριστικές ιδέες του. Ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» γράφει: «οι διδάσκαλοι δεν επρόφεραν το όνομα της ελευθερίας, από τον φόβον, μήπως τους ακούσουν οι προεστοί και αρχιερείς και τους κηρύξουν αθέους».
Αντίπαλοι στους φεουδαρχικούς υψώνουνε το ανάστημά τους οι προοδευτικοί, οι νεωτεριστές, τα φωτεινά μυαλά του νεοελληνικού διαφωτισμού. Ήθελαν πραγματικά να φωτίσουν το λαό, πάλαιαν να λυτρώσουν τη παιδεία από τη σκοταδιστική βυζααντινοεκκλησιαστική παράδοση, γράφανε και μεταφράζανε στη λαϊκή γλώσσα προοδευτικά επιστημονικά και φιλοσοφικά συγγράμματα. Ο εθνομάρτυρας Ρήγας στο «Πολίτευμά» του στο άρθρο 53 ζητούσε: οι νόμοι, όλα τα δικαστικά έγγραφα, τα διατάγματα κ.τ.λ. να γράφονται «εις την απλήν των Ελλήνων γλώσσαν». Ο Δημ. Φωτιάδης (Καταρζτής) τονίζει : «Είναι ανάγκη να συγγράψουμε τις επιστήμες και τέχνες ρωμέϊκα, για να προκόβουν οι νέοι μας». Ο Δανιήλ Φιλιππίδης έγραψαν και μετάφρασαν βιβλία στη ζωντανή γλώσσα. Ο ποιητής Χρηστόπουλος έγραψε το 1805 Γραμματική και Συνταχτικό της «κοινής των Ελλήνων γλώσσας». Ο γιατρός και ποιητής Βηλαράς προχωρεί ακόμη πιο πολύ. Καταργεί την ιστορική ορθογραφία. Οι αρχαϊστές, έλεγε «τυραννούν το Γένος και αφήνουν τα μυαλά άδεια … τα ελληνόπουλα κουτιάζουν». Και ο Αθαν. Ψαλίδας, ο αρχηγός, θα λέγαμε, την εποχή εκείνη στη γλωσσοεκπαιδευτική αναγέννηση πολεμάει παληκαρίσια το μεσαιωνικό σκοταδιστικό πνεύμα και καυτηριάζει τον ψευτοκλασικισμό.
Ο αγώνας για τη γλωσσοεκπαιδευτική αναγέννηση έβραζε στην αρχή του 19ου αιώνα. Μπροστά στη λυσσαλέα αντίδραση, η αστική τάξη υποχώρησε. Ένας από τους λόγους, η προσπάθειά της να ενώσει όλους τους Έλληνες από το φεουδάρχη, τον άρχοντα ως τον απλό αγρότη, για το ξεσκλάβωμα του Έθνους από τον τούρκικο ζυγό. Την υποχώρηση αυτή εκφράζει η συμβιβαστική λύση, που πρότεινε ο Κοραής για το γλωσσικό ζήτημα. Ο Κοραής πολεμάει το θεοκρατικό πνεύμα και το στείρο αττικισμό, δεν προχωρεί όμως στη ριζική λύση. Προτείνει «την μέσην οδόν». Προτείνει να πάρουμε για βάση τη γλώσσα του λαού «την οποίαν εθηλάσαμεν με το γάλα» όμως «να την καλλύνωμεν». «Ούτε την αρχαίαν» τονίζει «διότι δεν ανίστανται οι νεκροί …. Ούτε … την γλώσσαν των αχθοφόρων …. Αλλά μέσην οδόν». Όχι ιχθύς ούτε ψάρι, ούτε πτηνόν ούτε πουλί, όχι οίκος ούτε σπίτι, όχι οφθαλμός ούτε μάτι. Θα λέμε και θα γράφουμε οψάριον, πουλίον, οσπίτιον, ομμάτιον.
Η συμβιβαστική λύση, που πρότεινε ο Κοραής ικανοποιούσε τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης. Αυτών άλλωστε την γλωσσοεκπααιδευτική πολιτική έκφραζε. Φυσικά και οι ριζοσπαστικά προοδευτικοί δεν την δέχτηκαν, και οι αρχαϊστές την αποκήρυξαν και την καταπολέμησαν. Ο «λογιότατος» Κοδρικάς σ’ ένα ανοιχτό του γράμμα γράφει: Ο Κοραής είναι «της εκκλησίας ο λυμεών, της γλώσσης ο φθορεύς, των πατροπαραδότων αρχών ο κααθαιρέτης». Έτσι δημιουργήθηκε η Τρίτη, η συμβιβαστική γλωσσοεκπαιδευτική παράταξη. Οι σπουδαιότεροι εκπρόσωποί της είναι: Ο Κούμας, ο Βαρδάλαχος, ο Μιχαήλ Γεωργίου, ο Αμπελακιώτης, με αρχηγό το «σοφό» Κοραή.
Στην αρχή λοιπόν του 19ου αιώνα έχουμε τρεις γλωσσοεκπααιδευτικές παρατάξεις: την αντιδραστική φεουδαρχική, τη ριζοσπαστικά προοδευτική και τη συμβιβαστική παράταξη, προοδευτική ως ένα σημείο στο περιεχόμενο της παιδείας, αντιδραστική όμως στη γλώσσα. Η πορεία, που βαδίζει η παιδεία όλο το 19ο αιώνα ως σήμερα γίνεται πιο βασανιστική και αντιφατική.

ΙΙΙ. Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ 1821 ΩΣ ΤΟΝ ΟΘΩΝΑ
1.           Η παιδεία στα χρόνια της Επανάστασης
Ο Ελληνικός λαός ξεσηκώθηκε να καταχτήσει τη λευτεριά του. Δόθηκε με όλη τη φλογερή του δύναμη στον ένοπλο αγώνα. Σύνθημά του «Ελευθερία ή θάνατος». Αφάνταστες οι θυσίες του.
Μεγάλος ο αντίχτυπος από την επανάσταση και στην παιδεία. Στις υπόδουλες περιοχές όλα τα σχολεία έκλεισαν. Στην επαναστατημένη Ελλάδα συγκλονίστηκε βαθύτερα η παιδεία. Τα σχολεία σταμάτησαν να λειτουργούν. Πολλά σχολικά χτίρια κάηκαν, πολλά άλλα ερειπώθηκαν. «Που και που μένουν, - γράφει ο Νικόλαος Δραγούμης – εν γωνία ναού μήπω καταστραφέντος, εν καλύβη ή εν υπαίθρω, γέρων ιερεύς ή πρεσβύτης ανάπηρος, εδίδασκε το «Σταυρέ βοήθει μοι» και την Οκτώηχον…. Μόνον εν Ύδρα, εν Σάμω, εν Ναυπλίω, έτι δε και εν ταις νήσοις του Αιγαίου …. Υπήρχον ευάριθμα τινά σχολεία, εν οις εδιδάσκοντο τα κοινά λεγόμενα γράμματα η και (αρχαία) Ελληνικά»[15]
Βέβαια, όταν ξέσπασε η επανάσταση, και φούντωσε η λαχτάρα για τον ξεσκλαβωμό, φυσικό ήταν όλες οι προσπάθειες να συγκεντρωθούνε στον ένοπλο αγώνα, και η γλωσσοεκπαιδευτική διαπάλη να καταλαγιάσει. Έπειτα όμως από τις πρώτες νίκες, ιδιαίτερα έπειτα από το πάρσιμο της Τριπολιτσάς, πρόβαλε και πάλι επιταχτικό το εκπαιδευτικό πρόβλημα. Στη νέα του προβολή σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι ακόλουθοι τρεις παράγοντες:
α! Πλήθος δάσκαλοι κατέβηκαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, άλλοι από τις ελληνικές παροικίες στο εξωτερικό, άλλοι πρόσφυγες από τις υπόδουλες περιοχές, και άλλοι από τα μέρη, όπου πνίγηκε στο αίμα η Επανάσταση (Χίος, Ψαρά, Κάσος , Κυδωνίες). Ανάμεσα στους λειτουργούς τούτους της παιδείας, ήσαν αρκετοί προοδευτικοί, που ήρθανε να αγωνιστούν για το λυτρωμό και το φωτισμό του Έθνους. Αυτοί προπάντων πρόβαλαν από την πρώτη στιγμή το αίτημα να μορφωθεί ο λαός, για να προκόψει και υλικά και πνευματικά. Σημειώνω δύο μόνο. Το φημισμένο δάσκαλο του έθνους Άνθιμο Γαζή – το Διευθυντή του περιοδικού «Λόγιος Ερμής»- διορίστηκε από την Εθνοσυνέλευση στο Άργος το 1822 Πρόεδρος της Εκπαιδευτικής Επιτροπής – και τον πρωτεργάτη στην προοδευτική εκπαιδευτική κίνηση Γρηγ. Κωνσταντά – διορίστηκε «Έφορος της Εκπαιδεύσεως».
β! Μα και ο ίδιος ο λαός διεκδικούσε τώρα το δικαίωμά του για τη μόρφωση και το φωτισμό και ζητούσε να ιδρυθούνε σχολεία και να οργανωθεί από τη Διοίκηση η Παιδεία.
Και στη Βυζαντινή εποχή και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο δουλευτή λαός ζούσε, όπως τόνισα και παραπάνω, μέσα στην εξαθλίωση και τη φτώχεια, βυθισμένος στην αμάθεια και τις προλήψεις. Η ποσοτική όμως και ποιοτική ανάπτυξη, που πήρε το 18ο αιώνα, μέσα στη βασανιστική πορεία της η παιδεία, τα φλογερά κηρύγματα των προοδευτικών για το λυτρωμό, και η πάλη τους για το φωτισμό του Έθνους , είχανε γόνιμα αποτελέσματα. Ξύπνησε στα εξαθλιωμένα λαϊκά στρώματα και η αγάπη για τη λευτεριά από την πολύπλευρη σκλαβιά, και το ενδιαφέρο τους για τη μόρφωση, για την παιδεία.
Και όταν ξέσπασε η Επανάσταση και έπειτα από τις πρώτες νίκες και τη σχετική σταθεροποίησή της, ο λαός έχει λίγο πολύ συνειδητοποιήσει τα δικαιώματά του. Αυτός είναι ο κύριος συντελεστής στη νίκη, αυτός χύνει ποτάμι το αίμα του και θέλει μαζί με το ξεσκλάβωμά του, να λύσει τα καφτερά προβλήματά του, και να λυτρωθεί από την αμάθεια, για να προκόψει και να υψωθεί στον πολιτισμό. Προβάλλει λοιπόν το καθαγιασμένο από τις τόσες θυσίες του αίτημα για την παιδεία, με συμπαραστάτες στο πλευρό του όλα τα προοδευτικά στοιχεία.
γ! Από τα πρώτα βήματα της Επανάστασης οργανώθηκαν περιφερειακές Διοικήσεις με διάφορα ονόματα –Η Πελοποννησιακή Γερουσία, ο Άρειος Πάγος στην ανατολική Στερεά και η Γερουσία στη Δυτική Στερεά Ελλάδα – και με το Σύνταγμα, που ψηφίστηκε στην Πρώτη Εθνική Συνέλευση, και Κεντρική Κυβέρνηση. Χρέος τους να καθοδηγήσουν και να συντονίσουν τον ένοπλο αγώνα να οργανώσουν το Κράτος και να λύσουνε μέσα στις δύσκολες τότε συνθήκες τα προβλήματα του Ελληνικού λαού. Χρέος τους, φυσικά, να δώσουνε λύση και στο εκπαιδευτικό πρόβλημα και να οργανώσουνε και την Παιδεία. Δημιουργήθηκε λοιπόν το Κυβερνητικό όργανο, που έπρεπε να ικανοποιήσει το αίτημα του λαού για την μόρφωση των παιδιών του. Και όμως η λύση, που δόθηκε  στο εκπαιδευτικό πρόβλημα στα χρόνια της Επανάστασης, και καθυστέρησε και δεν ήταν εκείνη που έπρεπε για να βγει ο λαός από την αμάθεια και να αναπτύξει τις δημιουργικές του ικανότητες. Δύο είναι οι ουσιαστικές αιτίες:
1.Κρίσιμες στιγμές  πέρασε η Επανάσταση. Πολλούς κιντύνους αντιμετώπισε. Τεράστιες οι δυσκολίες, και προπάντων οι οικονομικές. Όλη η προσοχή στον ένοπλο αγώνα. Η παιδεία δεν ήταν εύκολο να οργανωθεί ικανοποιητικά. Τις δυσκολίες παρουσίαζε η Κυβέρνηση για να μην εκπληρώσει το χρέος της, και να μην ιδρύει σχολεία. Οι συνθήκες λοιπόν ανασταλτικές.
2.Τις Διοικήσεις στην αρχή και έπειτα και στην Κεντρική Κυβέρνηση την πήρανε στα χέρια τους τα συντηρητικά στοιχεία, οι άρχοντες φαναριώτες και οι μεγαλοαστοί, που συμβιβάστηκαν μαζί τους. Όλα αυτά τα φεουδαρχικά και συντηρητικά στοιχεία με κανένα τρόπο δεν ήθελαν να μορφωθεί ο λαός. Με όλα τα μέσα αντιδρούσαν οι κοτζαμπάσηδες στο φωτισμό του λαού. Ένας απ’ αυτούς ο Παν. Κρεβατάς σε μια συνέλευση στην Καλαμάτα όταν προτάθηκε να εκδοθεί εφημερίδα – ως το 1821 δεν έβγαινε καμιά εφημερίδα στην Ελλάδα – έγινε «έξω φρενών» «Η δημοσιογραφία και η τυπογραφία, είπε, θα χαλάσει τα μυαλά των ξυπόλητων και κοληγάδων. Θα πάρει ο νους τους αέρα ….(Οι εφημερίδες) θα φέρουνε την αθεϊα και το ρεπούμπλικο»[16].
Αυτοί οι πέντε παράγοντες ρυθμίζουνε την αντιφατική πορεία, που βάδισε με αργό βήμα η παιδεία στα χρόνια της Επανάστασης. Στο τέλος νίκησαν τα αντιδραστικά στοιχεία και δόθηκε στο εκπαιδευτικό πρόβλημα και ποσοτικά και ποιοτικά αντιλαϊκή λύση.
Ας ρίξουμε μια ματιά στην κατάσταση της παιδείας. Κάτω από τη λαϊκή πίεση, η Πελοποννησιακή Γερουσία πήρε, το 1822, την απόφαση να ιδρύσει στην Τρίπολη το πρώτο δημόσιο σχολείο, με δύο κύκλους, ένα κατώτερο και ένα ανώτερο. Στο ανώτερο τμήμα θα διδάσκονταν αρχαία ελληνικά, μαθηματικά, γαλλικά ή ιταλικά.
Και η Εθνοσυνέλευση στο Άργος το 1822 αποφάσισε «να οργανισθή συστηματικώς η εκπαίδευσις της νεολαίας» και διόρισε ειδική Εκπαιδευτική Επιτροπή με Πρόεδρο την φημισμένο λόγιο Άνθιμο Γαζή. Η Επιτροπή δεν άργησε να υποβάλει τις προτάσεις της. Πρότεινε να ιδρυθούνε τρία είδη σχολείων. Προκαταρκτικά με μέθοδο την αλληλοδιδασχτική[17] - γνωστά και με το όνομα αλληλοδιδαχτικά (αντιστοιχούν στα τετράχρονα δημοτικά) – Λύκεια (σχολεία της Μέσης Παιδείας) και ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα (Πανεπιστήμιο) με τέσσερεις σχολές, θεολογική, φιλοσοφική, νομική και ιατρική. Και επειδή θα ήτανε δύσκολο , μέσα στις συνθήκες του ένοπλου αγώνα να ιδρυθούν και τα τρία είδη σχολείου, η Επιτροπή πρότεινε στην αρχή να ιδρυθούν αλληλοδιδαχτικά σχολεία και ένα Διδασκαλείο στο Άργος, για να καταρτίζει τους δασκάλους και να μάθουνε την αλληλοδιδαχτική μέθοδο. Η Κεντρική Κυβέρνηση δέχτηκε τις προτάσεις της Επιτροπής, το 1824, δεν έκανε όμως σχεδόν  τίποτε για να τις πραγματοποιήσει. Η φροντίδα λοιπόν να ιδρυθούνε σχολεία έμεινε και πάλι στις κοινότητες και στους πλούσιους Έλληνες στις παροικίες στο εξωτερικό. Αυτός που πρόσφερε σημαντικά ποσά για την παιδεία ήταν ο Βαρβάκης.
Αξιέπαινη προσπάθεια έγινε ιδιαίτερα στην Αθήνα. Το Φεβρουάριο του 1824 ιδρύθηκε το πρώτο δημόσιο σχολείο. Χαραχτηριστική είναι η προκήρυξη που κυκλοφόρησε το Κοινοτικό  Συμβούλιο της Αθήνας, καθώς και η προκήρυξη προς τους Αθηναίους του επάρχου Μιχαήλ Σούτσου[18]. Το 1825 ιδρύθηκε στην Αθήνα επάνω στην Ακρόπολη το πρώτο παρθεναγωγείο, το «Αλληλοδιδαχτικό Σχολείον του Παρθενώνα» με διευθυντή το φωτισμένο αναμορφωτή και πρωτοπόρο δάσκαλο Νεόφυτο Νικητόπουλο. Σημαντικές οι καινοτομίες του. Έγραψε ο ίδιος βιβλία για τις μαθήτριές του στη ζωντανή λαϊκή γλώσσα, εφάρμοσε καλά οργανωμένη αυτοδιοίκηση και καθιέρωσε τα μαθητικά δικαστήρια[19].
Χαραχτηριστική εικόνα για την κατάσταση της παιδείας και την εκπαιδευτική πολιτική της Κεντρικής Κυβέρνησης, μας δίνει η έκθεση, που έστειλε το 1825 ο «Έφορος της Δημόσιας Εκπαίδευσης» Γρηγ. Κωνσταντάς στον Ιταλό κόμητα Pecchio[20]. Σύμφωνα με την επίσημη αυτή έκθεση, λειτουργούσανε στην επαναστατημένη Ελλάδα πολύ λίγα κατώτερα – αλληλοδιδαχτικά – και ανώτερα σχολεία: 10 στην Πελοπόννησο, 4 στην Αθήνα, 2 στο Μεσολόγγι, 1 στη Σίφνο, 2 στην Πάτμο και ένα ως τρία ανάλογα με το πληθυσμό σε μερικά νησιά, στις Κυκλάδες και Σποράδες. Είχε επίσης ιδρυθεί «και ευρίσκεται εις ανθούσαν κατάστασιν η γενική σχολή αλληλοδιδαχτικής μεθόδου» - το Διδασκαλείο – στο Άργος.
Στα κατώτερα σχολεία, τα αλληλοδιδαχτικά,- τα παιδιά κουτσομάθαιναν ανάγνωση, γραφή και αριθμητική. Γλώσσα στη διδασκαλία η αρχαϊκή. Στα σχολεία της μέσης παιδείας – τα σχολεία της γραμματικής και τα Λύκεια- τα μαθήματα που διδάσκονταν ήσαν, όπως μας πληροφορεί η έκθεση – πρώτα απ’ όλα η αρχαία ελληνική γλώσσα, έπειτα τα φιλοσοφικά «λογική και μεταφυσική» και έπειτα «αριθμητική, γεωμετρία και στοιχεία γεωγραφίας και ιστορίας». Για τη φυσική και χημεία δε γίνεται κανένας λόγος.
Συμπέρασμα: Όπως βλέπουμε η παιδεία στα χρόνια της επανάστασης λιγοστά βήματα βάδισε. Και τα σχολεία που λειτούργησαν, ήσαν πολύ λίγα, και το πρόγραμμα ασυγχρόνιστο, δεν ικανοποιούσε τις ζωτικές ανάγκες του λαού. Το θεοκρατικό πνεύμα και η αρχαϊκή γλώσσα φραγμός στην πρόοδο.
Η Κεντρική Κυβέρνηση και οι περιφερειακές Διοικήσεις, κάτω από τη λαϊκή πίεση έδιναν πλούσιες υποσχέσεις, δεν τις πραγματοποιούσαν όμως. Δικαιολογία: ο ένοπλος αγώνας και οι οικονομικές δυσκολίες. Που να βρεθούν λεφτά για την παιδεία. Τα έσοδα και τα τοκογλυφικά δάνεια ξέρουμε που και πως σπαταλήθηκαν. Θλιβερή είναι η προκήρυξη της Γερουσίας της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Θα ιδρύσει, λέει, σχολεία, «Όταν ησυχάσει από τους πολέμους φροντίδας, θέλει συστήσει σχολεία να φωτίσουν τους νέους, θέλει επιμεληθή τας επιστήμας, τας τέχνας….»[21].
Ολοφάνερο λοιπόν: τα φεουδαρχικά και συντηρητικά στοιχεία, που πήρανε στα χέρια τους την εξουσία, θέλουν να κρατήσουνε το λαό στην αμάθεια και στην υπακοή. Και δεν ιδρύουνε σχολεία. Και τα λιγοστά σχολεία που ίδρυσαν, γίνονται ανασταλτικά στις δημιουργικές ικανότητες του λαού. Η αντιδραστική γλωσσοεκπαιδευτική παράταξη κρατάει γερά τις θέσεις της. Η παιδεία δεν έγινε όργανο για την προκοπή και την πνευματική εξύψωση του λαού. Η κατεύθυνσή της είναι αντιλαϊκή, αντιπαραγωγική, με θεοκρατική περιφρόνηση και αδιαφορία για την επιστήμη. Αυτά τα χαραχτηριστικά γνωρίσματα, με διάφορες μορφές, τα παρουσιάζει ως σήμερα ακόμη η νεοελληνική παιδεία.
β! Η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια.
Ο Καποδίστριας είχε βαθύτερη κατανόηση και μεγάλο ενδιαφέρο για την παιδεία. Από την πρώτη στιγμή, όταν έγινε Κυβερνήτης, καταπιάστηκε με ζήλο να εφαρμόσει το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα. Δύο είναι τα βασικά σημεία του: α! Ν’ απλωθεί η παιδεία σ’ όλη τη χώρα, και β! όλο το βάρος να πέσει στη θρησκευτική χριστιανική αγωγή.
α! Πρώτη του φροντίδα, σχετικά με την παιδεία, ν’ ανοίξει σχολεία, και κατώτερα –αλληλοδιδαχτικά – και ανώτερα. Καθιέρωσε επίσης ο Καποδίστριας, με Διάταγμα, για τα κατώτερα σχολεία, τη σύγχρονη, τότε αλληλοδιδαχτική μέθοδο, προσαρμοσμένη για τα σχολεία μας, από τον παιδαγωγό Κοκκώνη. Η προσπάθεια του Κυβερνήτη είχε καλά αποτελέσματα μέσα στις τόσες τότε δυσκολίες.
Το 1829 λειτουργούσανε 71 αλληλοδιδαχτικά σχολεία – 31 στην Πελοπόννησο, 37 στα νησιά και 3 στη Στερεά Ελλάδα με 6.121 μαθητές. Λειτουργούσαν ακόμη 37 σχολεία μέσης εκπαίδευσης με 2.588 μαθητές. Το 1830 τα παιδιά, που φοιτούσανε στα αλληλοδιδαχτικά ήσαν πάνω από 8.000. Ο προϋπολογισμός για τη δημόσια εκπαίδευση το 1829 ανέβηκε στους 160.000 φοίνικες (141 ή 120 φράγκα ) και το 1830 250.000 φοίνικες (220, 500 φράγκα) αυξήθηκε δηλαδή 40%. Γλώσσα όμως στα σχολεία εξακολούθησε να είναι η αρχαϊκή. Παράλληλα φρόντισε ο Καποδίστριας και για το διδαχτικό προσωπικό. Βέβαια, με την αλληλοδιδαχτική μέθοδο, βόλεψε κάπως την κατάσταση. Μα χρειαζόταν και άλλους δασκάλους, και έπρεπε και αυτοί, που υπηρετούσαν, να μετεκπαιδευτούνε και να μάθουνε τη νέα μέθοδο. Ίδρυσε λοιπόν στην Αίγινα το «Κεντρικόν Σχολείον» ένα είδος διδασκαλείου. Όρισε μάλιστα και 45 υποτροφίες. Στο Κεντρικό Σχολείο είχαν την ευκαιρία να μετεκπαιδευθούν όσοι δασκάλοι ήξεραν την αλληλοδιδαχτική μέθοδο. Έπαιρναν εκπαιδευτική άδεια για τρεις μήνες και ολόκληρο το μισθό τους.
Αληθινή στοργή έδειξε ο Καποδίστριας για τα ορφανά του πολέμου, που τριγύριζαν γυμνά και πεινασμένα. Ίδρυσε στην Αίγινα ορφανοτροφείο. Περίθαλψε πάνω από 500 ορφανά. Στο ορφανοτροφείο λειτουργούσε αλληλοδιδαχτικό σχολείο. Φρόντισε ακόμη και για την επαγγελματική τους μόρφωση, και για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Στα ορφανά που τέλειωναν και έβγαιναν από το ορφανοτροφείο, έδινε ένα μικρό κεφάλαιο για να ανοίξουνε τη δουλειά τους. Σπουδαία, αλήθεια, η καινοτομία τούτη.
Ίδρυσε ακόμη ο Καποδίστριας στον Πόρο το 1830 και «Εκκλησιαστικόν Σχολείον δια τους αφιεροθησομένους εις την εκκλησιαστικήν υπηρεσίαν». Στην Ιερατική αυτή σχολή διδάσκονταν σχεδόν μόνο θεολογικά μαθήματα: κατήχηση, ιερή ιστορία, ιεροτελεστία, ερμηνεία των «θείων» Γραφών, δογματική θεολογία, λογική, ρητορική και η (αρχαία) ελληνική γλώσσα. Για άλλα μαθήματα, τα φυσιογνωστικά και μαθηματικά, δε γίνεται λόγος στο πρόγραμμα της σχολής.
β! Το δεύτερο βασικό σημείο του εκπαιδευτικού προγράμματος ήταν η θρησκευτική χριστιανική αγωγή. Έπρεπε το σχολείο να εμφυτέψει στην καρδιά της νεολαίας τις χριστιανικές αρετές, και πρώτα απ’ όλα την πίστη στο Θεό και τα δόγματα, και την αδιαμαρτύρητη υπακοή «δια καθίστανται οι διδασκόμενοι να εκτελούν τα καθήκοντα». Να μη λησμονάμε, πως ο Καποδίστριας είχε φεουδαρχικές απολυταρχικές αντιλήψεις και αντιπαθούσε κάθε φιλελεύθερη δημοκρατική ιδέα. Ήθελε λοιπόν να διαπαιδαγωγηθεί η νεολαία, και γι αυτό βάλθηκε να ανοίγει σχολεία. Ήθελε όμως η διαπαιδαγώγηση να διαποτιστεί από τις φεουδαρχικές αντιλήψεις, και η παιδεία να εξυπηρετεί τη γενικότερη κοινωνική και κυβερνητική πολιτική του. Για το σκοπό αυτό έπρεπε να ενισχυθεί το θεοκρατικό φεουδαρχικό πνεύμα[22]
Συμπέρασμα: Παρ’ όλη τη σχετική ποσοτική ανάπτυξη, δε βελτιώθηκε ποιοτικά η παιδεία. Δε λυτρώθηκε ούτε από το θεοκρατικό πνεύμα, ούτε από το βραχνά της αρχαϊκής γλώσσας. Η παιδεία στα χρόνια του Καποδίστρια κυριαρχείται από τη βυζαντινοεκκλησιαστική παράδοση και είναι στο βάθος αντιλαϊκή.





[1]Τρυφ. Ευαγγελίδη: Η Παιδεία επί Τουρκοκρατίας. Αθήναι 1936 Τόμος Α1 σελ. 112 και Τόμος Β1 σελ. 463
[2] Τρυφ. Εαγγελίδη: Τόμος Α1 σελ. ΧΙ
[3] Παράδειγμα η φράση «Άκουσον, ω παι, της εμής συμβουλίης» .
Ψυχαγωγία : Ενωτίσθητι, ω μαθητά μου, την ιδικήν μου ερμηνείαν.
                   Ακροάσθητι, ω τέκνον μου, την ιδικήν μου παραίνεσιν
                   Άκουσον, παιδί μου την συμβουλήν μου
(Τρυφ. Ευαγγελίδης: «Η παιδεία» Τόμος  Α! σελ. XCIII)
[4] Το αλφάβητο και τους αριθμούς συχνά τους δίδασκαν με συσχετισμό. Τα παιδιά παπαγάλιζαν φωναχτά: Άλφα –αρχηγός των πάντων, Βήτα –βασιλεύει, Γάμα-γεννάται ο Χριστός. 1-εις μόνον ο Θεός, 2- δύο οι οφθαλμοί, 3- Αγία Τριάς. Και για να ασκηθούν στο συλλαβισμό, παπαγάλιζαν ακατανόητες δυσκολοπρόφερτες λέξεις: Μάρπτε κνάξι νυχθηδόν, χθύπτης, φλεγμώ, κλωψ, δρεψ. (Ευαγγελίδης Τόμος Α! σελ. LXXXV)
[5] Ευαγγελίδης Τόμος Α! σελ. XCVII
[6] Ευαγγελίδης Τόμος Α! σελ. 251
[7] Τρ. Ευαγγελίδη: Η παιδεία Τόμος Α! σελ. LXXVI, LXXVII και CXX. Και οι τιμωρίες αυτές διατηρήθηκαν και τον 19ο αιώνα. Ο Κοραής αναφέρει τους ραβδισμούς στα σχολεία της Σμύρνης. Ο φάλαγγας καταργήθηκε το 1878.
[8] Γιάννη Κορδάτου: Ιστορία της  Νεότερης Ελλάδας. Τόμος Α! σελ. 257-258
[9] Γιάννη Κορδάτου: Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας . τόμος Α! σελ. 225
[10] Τρ. Ευαγγελίδη: Η παιδεία κ.τ.λ. Τόμος Α! σελ. CIII. Και ο Κοραής, όταν τον ρώτησε ο Ιάκωβος Τομπάζης, τι καλό να κάνει την πατρίδα του την Ύδρα, του απάντησε: «……παιδεία, παιδεία και πάλιν πολλάκις παιδείαν. Μόνη η παιδεία έχει να θεραπεύσει τας κοινάς του ταλαιπώρου Γένους ημών δυστυχίας….Μακάριοι όσοι βοηθούν την παιδείαν…..Όσοι αδιαφορούσιν εις αυτήν ή την πολεμούν, είναι Τούρκων, όχι Ελλήνων γενήματα». (Τρ. Ευαγγελίδη: Η παιδεία κ.τ.λ. Τόμος Β! σελ, 21)
[11] Γιάννη Κορδάτου: Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας Τόμος Α! σελ.549
[12] Για όσα ιδρύθηκαν πριν από τον 18ο αιώνα, σημειώνω μέσα σε παρένθεση τη χρονολογία
[13] Τρυφ. Ευαγγελίδης: Η παιδεία κ.τ.λ Τόμος Α1 σελ. 120 και 157
[14] Τρυφ. Ευαγγελίδης: Η παιδεία κ.τ.λ. Τόμος Β! σελ. 399
[15] Νικ. Δραγύμη: Ιστορικαί Αναμνήσεις, Έκδοσις Τρίτη Τόμος Α! σελ. 176 (ο Δραγούμης έζησε την κατάσταση τότε)
[16] Γιάννη Κορδάτου: Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας Τόμος Β! σελ. 680
[17] Ονομάστηκε «αλληλοδιδαχτική» γιατί η διδασκαλία γινόταν από τα ίδια τα παιδιά, και όχι απ το δάσκαλο. Τα παιδιά δηλαδή ήσαν μοιρασμένα σε κλάσεις και αλληλοδιδάσκονταν με την επίβλεψη, βέβαια, του δασκάλου. Με την αλληλοδιδαχτιή  μέθοδο ένας δάσκαλος επαρκούσε για οσουσδήποτε μαθητές, γιατί αντίστοιχες με το αριθμό των παιδιών ήσαν και οι κλάσεις.  Έτσι  για κάθε σχολείο χρειαζόταν μονάχα ένας δάσκαλος. Οικονομία λοιπόν και στο διδαχτικό προσωπικό και στα έξοδα. Ιδρυτής της αλληλοδιδαχτικής μεθόδου θεωρείται ο Ιωσήφ Λαγκάστερ. Την πρωτοεφάρμοσε στο Λονδίνο. Στην Ελλάδα την έφερε ο Γεωργ. Κλεόβουλος ο Φιλιππούλης. 
[18] Σωκρ. Παπαδημητρίου: Η παιδεία κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 σελ. 27,28,29.
[19] Σωκρ. Παπαδημητρίου : Η παιδεία κατά την Ελληνική Επανάσταση σελ. 30 και 31.
[20] Σωκρ. Παπαδημητρίου : Η παιδεία κατά την Ελληνική Επανάσταση σελ. 33-37 (Δημοσιεύεται ολόκληρη η έκθεση)
[21] Σωκρ. Παπαδημητρίου : Η παιδεία κατά την Ελληνική Επανάσταση σελ. 41.

[22] Ο τότε επιθεωρητής Κοκκώνης στην έκθεσή του, που υπόβαλε το Δεκέμβρη του 1830 αναφέρει πως στο χωρίο Καλύβια Αγίου Ιωάννου «Δυστυχώς οι μαθηταί εχαρτόπαιζον εν τους καφίεις». Χαραχτηριστική για το θεοκρατικό πνεύμα είναι η ενέργεια του Υπουργείου. Η αρμοδία υπηρεσία, για να σωφρονίσει τα παιδιά, που χαρτόπαιζαν, έστειλε τον ακόλουθο «αυστηρότατον αφορισμόν»
Αρ. 1581
«ε η κακή συνήθεια, αντί να καταγίνονται…..εις την σπουδήν των μαθημάτων, δια να διδαχθούν την πίστιν τους, να καλλωπίσουν τα ήθη τους με τη σεμνότητα και ευταξίαν…..εξεδύθησαν όλον το ένδυμα της σεμνότητος…..και καταγίνονται εις το να παίζουν τα χαρτιά με μεγάλην αναισχυντίαν…..Το Υπουργείον…..ενέκρινε ίνα εκδώσει το παρόν επίσημον εκκλησιαστικό φρικτόν επιτίμιον: Όθεν αποφαίνεται ότι όσοι νέοι …..αυθαδεία και αναιδεία κρατούμενοι, δεν λείψουν από την κακήν αυτήν συνήθειαν, αφορισμένοι υπάρχουσιν… κατηραμένοι, ασυγχώρητοι, μετά θάνατον άλυποι, και τυμπαναίοι ‘ στένοντες ειήσαν… σχισθείη η γη και καταπίοι αυτούς… να ρεύσουν τα εντόσθιά τους ως του Αρείου, προκοπήν να μη ίδωσιν, η οργή του Θεού να είναι εις τας κεφαλάς των…» 

Δεν υπάρχουν σχόλια: